12 Φεβ 2016

Μικρές Ιστορίες ΙV



-Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Φεβρουάριος 2016


Μικρές Ιστορίες ΙV


Part I

Η κυρία «Θα»

Της άρεσε να καπνίζει στο αμάξι όταν οδηγούσε. «Τι θα γίνει με αυτή την μαλακία, θα σκοτωθούμε», της έλεγα επιτακτικά. Γελούσε αλαζονικά και άνοιγε το παράθυρο να πάρει ο αέρας την στάχτη. Ήξερε πώς να παίζει με τον θάνατο. Δεν μάθαινε ποτέ απ’ τα λάθη της, αλέγκρα και  μονήρης, ζούσε μόνο για τις απολαύσεις τις. Δεν είχε αφήσει ούτε μια γωνία από τα αμάξι της χωρίς σημάδια. Πάντα επειδή κάπνιζε. Πάντα επειδή ήταν απρόσεχτη και μη υλίστρια αρκετά.
Με άφησε στο σπίτι δίνοντας μου ένα μεγάλο φιλί. «Θα τα πούμε» είπε. Όταν άκουγα αυτό το «θα», ήξερα ότι δεν πρόκειται να με πάρει. Είναι σαν τους καφέδες που «θα» πιούνε οι φοιτητές με άλλους φοιτητές, τα σινεμά που «θα» πηγαίναμε με φίλους ή ραντεβουδογκόμενες, τα «θα» των ερωτευμένων που κρύβουν μέσα τους ένα μικρό κομμάτι αιωνιότητας. Δεν μπορούσα να καταλάβω ποιο «θα» έκρυβαν τα λόγια της, αφού πάντα ήταν εκεί όταν την χρειαζόμουν. Μάλιστα, ήξερα ότι άφηνε όλους τους εραστές της για να περάσει χρόνο μαζί μου. Ήμουν ο κύριος επί των τιμών της. Δεν μπορούσε να αγαπήσει τίποτα. Δεν ήξερε να αγγίζει χωρίς να αφήνει σημάδια και δεν την ένοιαζε να φαίνεται «κυρία». Ήταν όμως, θεσπέσια, απαστράπτουσα με τα νυχτερινά φορέματα και πάντα φρέσκια τα πρωινά ακόμα κι όταν δεν κοιμόταν στάλα.
Την καληνύχτισα κι εγώ και της είπα πως ήθελα να κάτσει σήμερα. Μα δεν μπορούσε τα τελευταία βράδια. Δεν μου έκανε όλα μου τα χατίρια ποτέ, δεν με κακομάθαινε επίτηδες για να την ερωτευτώ λίγο παραπάνω. Συνήθως έλεγε ένα ξερό «δεν μπορώ» ή «θέλω να κοιμηθώ καλά σήμερα». Αυτή την φορά ήταν λίγο διαφορετικά. Μου κράτησε το χέρι και μου άνοιξε διακριτικά την πόρτα γελώντας. Κάτι άλλαξε ίσως. Δεν ξέρω.
Η κυρία «θα» μου, το πιο όμορφο πλάσμα που κράτησα στα χέρια μου, χάθηκε εκείνο το βράδυ σε κάποιο επαρχιακό δρόμο, με πολλή αραδιασμένη βενζίνη να φλέγεται σε μια γόπα. Ίσως την επόμενη μέρα να ήταν η μέρα που θα με έπαιρνε τηλέφωνο. Μα αυτό δεν θα το μάθω ποτέ.
Δεν ήμουν ποτέ άνθρωπος των υπέρμετρων απολαύσεων. Τις θεωρούσα όπιο, κακό μεθύσι και ένα πηγάδι που σε ρίχνει όλο και βαθύτερα αντί να σε εξυψώνει. Όχι όμως μαζί της. Ήξερε να αφήνει μετάγευση. Είναι αυτή η αίσθηση της πληρότητας και της λύτρωσης, που σε κάνει να πιστεύεις -μπορεί και εσφαλμένα βέβαια- ότι είσαι στο σωστό μέρος, την κατάλληλη στιγμή, με τον ιδανικό άνθρωπο. Η αίσθηση μιας ξένης ενέργειας να μπλέκεται μαζί με την δική σου, να τριπλασιάζεται και να σου αφήνει ένα βλακώδες χαμόγελο αγαλλίασης για μια βδομάδα. Άμα μάθεις στη μετάγευση, γίνεσαι κάτι σαν ναρκομανής. Δεν ζεις χωρίς αυτή. Δεν απολαμβάνεις τίποτα χωρίς αυτή. Και δεν μπορεί να στην δώσει ο καθένας, το καθένα κορμί, η καθεμία ψυχή που πλαγιάζεις σε καναπέδες. Kι όσες μεθαδόνες κι αν εφεύρεις, μπας και χαρείς λιγάκι τη νέα εμπειρία, δεν την αντικαθιστάς.
Και ενώ ξέρω ότι το πιο πιθανό είναι να τα πίνει και να καπνίζει με τα άλλα "κακά" παιδιά της ιστορίας σε κάποιο μπαρ με θέα τον Τάρταρο, δεν θα την συγχωρήσω ποτέ. Δεν φεύγει η μετάγευση, τίποτα δεν θα είναι ξανά απλό, τίποτα θα γρυλίζει τα βράδια σαν την κυρία "θα" μου. Και δεν θα την συγχωρήσω, γιατί δεν μου έδωσε την ευκαιρία να την απομυθοποιήσω ποτέ. Για αυτό, να οδηγείτε με προσοχή, κάποιος σας αγαπάει.



Part II

Φαύλος κύκλος άγνοιας

-Που πας; -Φεύγω
-Για πού; -Δεν ξέρω.
-Για πόσο; -Δεν ξέρω.
-Μείνε. -Δεν μπορώ.
-Γιατί; -Ζορίζομαι.


- Θα  σε φροντίσω. -Πιέζομαι.
- Θα σε μισήσω. -Θα με ξεχάσεις.
-Δεν το ξέρεις -Δεν με έχεις ανάγκη.
-Δεν το ξέρω. -Τι ξέρεις; 
-Ότι άργησα.

 -Γ(ε)ια; -Στάσου. 
-Γιατί; -Δεν ξέρω.
-Μ’ αγαπάς; -Δεν ξέρω.
-Πως θα μάθεις; -Άμα κάτσεις.
-Κι αν δεν μάθεις; -Θα πληγωθώ
-Κι αν δεν μ' αγαπάς; -Δεν το ξέρω.
-Κι αν σε πληγώσω; -Δεν θα το ξέρεις.


Part III



Σε έβλεπα που χόρευες  στο ημίφως
Για μένα, μόνο σε εμένα
Θεέ μου, πόσο σ’ αγαπούσα τότε

Εγώ δεν ξέρω να χορεύω.
Δεν ξέρω να λικνίζομαι σε αυλαίες και κόκκινα φώτα.
Ίσως φταίει το σουλούπι μου και η άχαρη θωριά μου
Ίσως πάλι να ‘μαι άμουση
 -δεν ξέρω-
Ο χρόνος θα φροντίσει και για αυτό.

Εσύ όμως, εξέπνεες μαγεία
Σαν ένας μεγάλος απλανής αστέρας φωτός
Ένας μικρός νάνος, γεμάτος ενέργεια
Λίγο πριν πεθάνει

Κι εσύ –μόνο τότε- δεν ήσουν νεκρός
Γιατί σ’ αγαπούσα 


Part IV

Είχα φυλάξει μια κλεψύδρα άμμου για μας
Απ’ αυτές που αδειάζουν αργά-αργά τα βράδια
Κάθε κόκκος και μια νύχτα
Κι έχουν περάσει κάμποσες πια.

Ένα μπαλκόνι με μια καρέκλα. Κάθομαι και ρεμβάζω τα βράδια βλέποντας τα φώτα της πόλης. Τα καλοκαιρινό αεράκι ελαφραίνει το καυσαέριο και η μυρωδιά απ’ τα φρεσκοπλυμένα μου ρούχα είναι απόλαυση. Γιασεμί και τριαντάφυλλο, το μαλακτικό. Και λίγο απ’ την κολόνια σου, που δύσκολα ξεθυμαίνει.

Θα ‘θελα να μιλήσω για τις νύχτες τις παλιές
Που δεν είχαν κωδωνοκρουσίες έρωτα
Μόνο στην απώλεια τυλίγονταν
Και δεν βρισκόσουν μέσα μου πια

Θα ‘θελα να ‘χα ένα pick-up και μια παλιά γραφομηχανή. Να ακούω ένα δίσκο της Lana Del Rey και να πατώ τα πλήκτρα σαν να ‘ναι προέκταση των δακτύλων μου. Να μην φοβάμαι τα λάθη πια, γιατί όλα σβήνονται. Η ποίηση μου να ‘χει γράμματα με κοφτές γωνίες και συμμετρικά σχήματα, σαν τη δομή του χαρακτήρα σου. Τίποτα να μην ξεφεύγει ποτέ, σαν ένα έργο τέχνης που σμιλεύτηκε με την αριστοτεχνία ολάκερης της πλάσης.

Δεν ξέρω πως θα μπορούσα να κρύψω λίγη ευτυχία μέσα σου,
Και λίγη απ’ την ομορφιά που εκπέμπεις
Κι ό,τι γράφω ανήκει στο πεπερασμένο
Ο χρόνος δεν λυπάται ποτέ στις διαγραφές.

Η γάτα μου δεν τυλίγεται ποτέ σε ξένα πόδια και αγκαλιές. Σαν κι εμένα. Ακουμπάω μόνο σε ό,τι έχω μέσα μου, βαθιά, προαιώνια, προ-υπαρξιακά. Με αγαπάνε οι καθρέφτες γιατί είναι άνθρωποι. Και εσύ είσαι ο πιο αγαπημένος μου. 




8 Φεβ 2016

Φωτογραφία

Φωτογραφία

Να σε κλειδώσω
Ήσυχα τώρα
Μια λάμψη μόνο
Μην φοβάσαι το φως

Να παίζεις με τη γάτα
Να γελάς νευρικά
Το κλείστρο δεν βιάζεται
Εσύ δεν θέλεις φίλτρα

Να σε παγιδέψω στο χρόνο
Να μη γεράσεις ποτέ
Να σε θυμάμαι όμορφο
Και για λίγο δικό μου

Έχεις ήδη φύγει
Σε βλέπω μόνο ασπρόμαυρο
Και βάζω εγώ τα χρώματα
Να μην ξεθωριάσει η αγάπη μου ποτέ




7 Φεβ 2016

Παράδεισος

-Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Φεβρουάριος 2016


Παράδεισος

Γελάω πολύ, αυτό είναι το στοιχείο μου. Γιατί είμαι στον Παράδεισο. Σ' ένα παράδεισο που τον έφτιαξα με τα ίδια μου τα χέρια. Τον είδα πολλές φορές να φλέγεται από τα πυρά της κολάσεως. Να με στενεύει, να μη μου κάνει, να μου λιγοστεύει. Αλλά όχι τώρα. Γιατί του έδωσα ζευγάρια μάτια, χόβολη να μην κρυώνει και φως να λάμπει! Δεν έχει πεδιάδες και αλάνες, έχει χέρια που ζεσταίνουν, έχει τέσσερις τοίχους ίσα να χωράνε μια χούφτα αγάπης, και μιάμιση σκιά έρωτα. Κοσμείται από γιασεμιά και αγιόκλημα τα βράδια, και ρόδα το πρωί. Πάντα ότι μπορεί να σε πληγώσει είναι πιο επικίνδυνο το πρωί. Γιατί τα σημάδια απ' τα αγκάθια φαίνονται στο φως. 

Κάθε παράδεισος θέλει κι ένα Μεγαλοδύναμο να τον ελέγχει. Τον αφήνεις να αλωνίζει ελεύθερα, να τριγυρνάει αέναα στο μικρό σου σπιτικό. Περπατάς μαζί του και του λες για τα μυστικά συστατικά της δημιουργίας του. Πόσο ζώσα ύλη ξόδεψες για να λειάνεις τις γωνίες των τοίχων, να φροντίσεις τους καρπούς του και τελικά να μπορείς να κάνεις και μια τζούρα στον θρόνο του. Γιατί έχει και θρόνο και σκήπτρο και με ένα κούνημα του μπορεί να προκαλέσει βιβλικές καταστροφές στον μικρό σου Παράδεισο. Μα τι αστείος, θα έλεγα, τι ψευδαισθήσεις δημιουργεί το να νομίζεις ότι μπορείς να ελέγξεις τα πάντα;! Και που να 'ξερε ότι είναι απλώς ένα αριστουργηματικά κομψοτεχνημένο πιόνι με δανεική δύναμη. Παρ' όλα αυτά, θα τον άφηνα να τα χαώσει όλα, για να του δείξω μόνο και μόνο ότι δεν μπορεί να αγγίξει τίποτα με ξένη ενέργεια.

 Και γελάω ειρωνικά γιατί τη χαρμολύπη της Εδέμ μου δεν την αγγίζει κανείς. Ποτέ! Κι αν έρθετε και μου πείτε: ξυπνά, αιθεροβατείς. Θα έλεγα με όλη την έπαρση που θα μπορούσε να έχει ένα γήινο ον: εγώ μωρά μου πήγα πολλές φορές κατά διαόλου και θα πάω πολλές φορές ακόμα. Γιατί σε αυτή τη ζωή, όλα τα πληρώνεις. Και τον παράδεισο μου θα τον πληρώσω πανάκριβα! Γεννήθηκα για να τον δημιουργήσω και θα τον αφήσω να με καταπιεί σαν μαύρη τρύπα. Κι αυτό μου το ορκίζομαι. Και όποιος σταθεί εμπόδιο, θα τον συνθλίψω με την ευτυχία μου. Οι άνθρωποι δεν αντέχουν την πολλή χαρά. Ιδιαίτερα αυτοί που ψάχνουν μονίμως μια λάμπα λάμψης να προσκολλήσουν. Και θα σας φυλάξω όλους μια γωνία στην άκρια του ονείρου μου, που έγινε η ζωή μου ολάκερη.


25 Ιαν 2016

Μια βραδιά με τον Μπουκόφσκι

Μια βραδιά με τον Μπουκόφσκι

-Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Ιανουάριος 2015

"Μπουκόφσκι", του λέω, τι έγινε τελικά με εκείνη την πιτσιρίκα;
"Ποια από όλες", με ρώτησε.
"Αυτή την μικροκαμωμένη που την ερωτεύτηκες και ακούγατε το πρωί κλασική μουσική."
"Πάει τελείωσε παντρεύτηκε αυτή. Ήταν ένα παιδί τότε, 25 χρόνων, τι να με κάνει εμένα, τον απένταρο καραγκιόζη. Με φώναζε κι εκείνη Μπουκόφσκι, σαν κι εσένα. Αλλά εσένα, σε αγαπάω, παρ' όλο που δεν σε θέλω."
"Μπουκόφσκι" είσαι ρεαλιστής και περιθωριακός και μη συμβατικός και καλλιτέχνης. Γιατί με αγαπάς; 
"Γιατί είσαι η "άλλη γυναίκα". Από αυτές που κάνουν πάντα ό,τι θέλουν, όπως το θέλουν και δεν συμβιβάζεσαι με τίποτα. Το κακό είναι ότι δεν θα παραμείνεις έτσι για πάντα. Τώρα είσαι μοιραία, έχεις μαύρα μαλλιά και μάτια που λάμπουν στο σκοτάδι και πίνεις σαν ένας κροκόδειλος. Αλλά δεν θα σαι πάντα έτσι."
"Μπουκόφσκι τι λες", είπα. Εγώ έχω όνειρα, έχω στόχους, έχω να κατακτήσω μια αιωνιότητα.
"Για αυτό γράφεις μπούρδες. Γιατί έχεις στόχους. Δεν ξέρεις τι είναι αγάπη, δεν ξέρεις τι είναι έρωτας, δεν ξέρεις που πάνε τα τέσσερα γενικά! Το μόνο που ξέρεις είναι να δίνεσαι και να κατακτάς, να παίζεις με όλους αλλά να κάθεσαι σ΄ αυτούς που μπορούν να σ’ αγαπήσουν περισσότερο. Πες μου έτσι δεν είναι; Έτσι δεν κάνετε εσείς οι Μεσσαλίνες; Και λέω Μεσσαλίνες γιατί σε ξέρω, δεν είσαι από τις άλλες πιτσιρίκες που ερωτεύονται οι άνδρες. Εσύ δεν περιμένεις να σου φερθεί κάποιος σκατά για να τον ερωτευτείς.  Μωρό μου, δεν ξέρεις τι είναι αγάπη και τι έρωτας. Εγώ θα σου φερόμουν σκατά, αν δεν σε άφηνα να έχεις άλλους εραστές στην ηλικία σου. Αν ήθελα να σαββατοκύριακα σου να τα περνάς μόνη, γιατί εγώ ξενοπηδάω. Και θα σου έλεγα μετά, ότι έχω μόνο εσένα. Έτσι, δεν σκέφτονται όλοι οι άνδρες σου; Και το κάνουν γιατί είσαι νέα και ελεύθερη και εικοσάρα και τους τη δίνεις, αλλά σε δέκα χρόνια από τώρα θα γίνεις άλλη μια συμβατική γκόμενα.  Θα παντρευτείς, θα κάνεις παιδιά, θα τα μεγαλώσεις, θα τους προβάλεις όλα τα συμπλέγματα σου και θα σε φάει το κακό γαμήσι μετά από τόσα χρόνια γάμου. Και δεν το λέω για να ρίξω όσες παντρεύτηκαν και έκαναν παιδιά και αγαπήθηκαν, αλλά γιατί ξέρω ότι εσύ θα αποτύχεις παταγωδώς σ’ αυτό.

"Μπουκόφσκι, του λέω", τι λες. Δεν θα μπορώ πάντα να παίζω με τα μυαλά σας. Δεν θα ‘χω πάντα τη σαγήνη, άντε να κρατήσει άλλη μια πενταετία η ομορφιά μου. Μετά θα κάνω ρυτίδες και θα έχω και δουλειά και φράγκα και βιολογικό ρολόι να μου λέει το πως πρέπει να συνεχίσω την ύπαρξη μου.

"Μωρό μου, μου λέει, είσαι μικρή, πολύ μικρή για αυτό δικαιολογώ την ανωριμότητα σου. Μου μιλάς για ναρκισσισμό, για ρολόγια, για ρυτίδες. Δεν ξέρεις τίποτα. Σε βλέπω που χουρχουρίζεις  και λικνίζεσαι και τρίβεσαι, και κοίτα όλους τους εραστές σου πως είναι. Γραβατωμένοι,  κομψοί, αιθεροβάμονες, γοητευτικοί, καμιά φορά και κίβδηλοι. Τους χώνεις όλους στο τρυπάκι να σε θέλουν, να ανταγωνίζονται σαν τα σκυλιά σε περίοδο ζευγαρώματος για να μην ανήκεις στο τέλος σε κανέναν.  Τους ζηλεύεις, μας δεν τους επιτρέπεις να σε ζηλεύουν. Τους παραμυθιάζεις με αυτό το σαλιωμένο στόμα σου, που στάζει κραγιόν και φανφάρες. Τους κάνεις να ρισκάρουν, να τρελαίνονται, να θέλουν να πετάξουν τις γραβάτες τους και να τσαλαβουτήσουν στα λασπόνερα της σαπίλας σου. Και γιατί σαπίλα; γιατί τους αγαπάς όλους. Τόσο πολύ για να γράφεις μπούρδες μετά!Τους έκοψες και τους έραψες όλους στα μέτρα σου. Και το φχαριστιέσαι, παραπάνω κι από δάχτυλο. Είσαι ξύπνια και ωραία και όταν μιλάς φτύνεις ντοπαμίνη, για αυτό και είσαι ελεύθερη! Και επειδή είσαι ακριβώς αυτό, συνέχισε να γράφεις. Και αρχίζω να πιστεύω πως μέσα σε όλα τα ποιήματα μου, που υπήρξαν εσφαλμένα, ήσουν εσύ.!"
"Σκύλε, του λέω" είσαι ο αγαπημένος όλων!

20 Ιαν 2016

Γλωσσολογία και Σεξ

Γλωσσολογία και Σεξ

-Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Ιανουάριος 2015

«Θα» μου έλεγες
«Μόρφημα» σου έλεγα
«Α!» έσκουξα
«Φώνημα» μου έλεγες

«Να με λιώσεις» φώναξα
«Την Πραγματολογία σου!» γκρίνιαξες
«Κάνε μου έρωτα» διόρθωσα
«(Ο)μορφό-συντακτική μου, εσύ!» καυχήθηκες

«Τη δομή σου!» ψιθύρισα
«Τι έχει;» ρώτησες
«Δεν είναι αρκετά βαθιά» αποκρίθηκα
«Μη βιάζεσαι για το bottom-up»

«Θα μου τα μάθεις;» ρώτησα
«Έχεις τη γνώση» διαπίστωσε
«Να τα ταιριάξουμε» πρότεινα
Και κάναμε ένα σεξ, σημασιολογικό.

[Ορισμοί:
Φώνημα: η μικρότερη μονάδα ήχου που αναγνωρίζεται ως ομιλία κι όχι ως τυχαίος θόρυβος.
Μόρφημα: οι μικρότερες μονάδες της γλώσσας που φέρουν κάποιο νόημα.
Πραγματολογία: Το επίπεδο ανάλυσης της γλώσσας ανάλογα με το πλαίσιο που χρησιμοποιείται.
Μορφοσυντακτική δομή: Η σύνταξη είναι ο τρόπος που οι λέξεις οργανώνονται στην πρόταση, ενώ η μορφολογία είναι ο τρόπος που είναι εσωτερικά οργανωμένες οι λέξεις.
Βαθιά δομή της γλώσσας: η σημασία, το νόημα μιας πρότασης.
Bottom- up (από πάνω προς τα κάτω): Διεργασία της Αντίληψης, κατά την οποία για να ερμηνεύσουμε μια μεμονωμένη πληροφορία κινητοποιούμε τις προϋπάρχουσες γνώσεις μας.
Σημασιολογικό: Το επίπεδο ανάλυσης γλώσσας που μελετά τον τρόπο με τον οποίο οι διαφορετικές έννοιες εκφράζονται μέσα από τη γλώσσα.]

14 Ιαν 2016

Μικρές Ιστορίες III

Μικρές Ιστορίες III

After midnight stories

-Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Ιανουάριος 2016

Part I


"Θεέ μου, την έβλεπες να λικνίζεται ανάμεσα στα σκεπάσματα, ημιάγρια και πανέμορφη, θαρρείς και ήταν κάποια νύμφη σε αρχέγονο Δράμα. 
"Τι θηλυκό ήταν αυτό" σκεφτόμουν γεμάτος έπαρση και βάσταγα πολύ να την συνθλίβω. Το μικρο μου νυμφίδιο που κάπνιζε τσιγάρο μέχρι και στο σεξ, λες και δεν της έφτανε μία μόνο απόλαυση, λες και ήταν ένα απύθμενο πηγάδι, που όσο ηδονή και να του έριχνα δεν γέμιζε. Και κάθε φορά που την έβλεπα να πηγαίνει κόντρα στα λαγόνια μου δεν ήθελα να τελειώσω ποτέ."



Part II



Το πρόβλημα ήταν ότι προσπαθούσα να ερμηνεύσω τα πάντα ως τέχνη.. Ο καφές μου να ναι πικρός σαν τη πρωινή γεύση που 'χεις όταν ξυπνάς. Τα μαλλιά μου να ναι μακριά και πλούσια, τόσο ώστε να εγείρουν τον πόθο να θες πλέξεις τα δάχτυλα σου μέσα τους. Τα φιλία μου να αφήνουν μια αίσθηση ντόπας σαν μετάγευση, ώστε κανένα χείλος να μην τα ξεχάσει στο χρόνο. Τα χάδια μου να αφήνουν εκδορές, μα να χουν γίνει με αβρότητα. Ο λόγος μου να ναι νοτισμένος με τα λόγια όλων των σπουδαίων ανθρώπων που χάραξαν την πορεία της ομορφιάς και βουτηγμένος σε όλη την φρικαλαιότητα της ανθρώπινης αθυροστομίας. Τίποτα να μην πέσει κάτω,ποτέ... Η αλήθεια είναι ότι θα μπορούσα να είμαι ένα πλάσμα ηδονικό και μυθικό, αλλά ο υπέρμετρος ναρκισσισμός μου και η αναλυτική μου σκέψη με καθιστούν απλά άλλο έναν βουτυρωμένο σωρό από πληροφορίες που μάταια προσπαθώ να τις ωραιοποιήσω και να τις εξυψώσω σε κάτι υπερφυσικό, μη ρεαλιστικό. Στόχος : απέτυχε. Κατάσταση: αιθεροβασία.



 Part III



Ποίηση και Καύλα



"Κοίτα όλους τους ρομαντικούς και αλληγορικούς ποιητές, πόσο προσεγμένα και αριστοτεχνικά, σχεδόν χειρουργικά βάζουν τις βαρύγδουπες τους λέξεις στις στροφές. Δώστε ιαμβικούς, δώστε αγαπησιάρικα και γλυκανάλατα στιχάκια που προσεγγίζουν την ομορφιά των ανθρώπινων σχέσεων και την μακαριότητα της ανθρώπινης σκέψης. Όλοι το κάναμε κι όλοι θα το κάνουμε, αλίμονο να τους ακυρώσουμε με μονοκονδυλιά.

   Αλλά η ποίηση χρειάζεται να 'ναι και χυδαία, να 'ναι βάναυση και βρώμικη, να ξυπνάει ένστικτα κι όχι να τα καταπνίγει ή να τα εξωραΐζει. Να μπορεί να σε χτυπάει κατ' ευθείαν στην καύλα ή στην πληγή. Ο Bukowski, ο άρρωστος και πανδαιμόνιος ερωτύλος της ανθρώπινης σεξουαλικότητας, το μόνο που κάνει είναι να είναι απλά ρεαλιστής. Η Anais Nin, το νυμφίδιο και πανούργο θηλυκό του Miller, έτσι και διαβάσεις τα "ερωτικά" της, θα πεθάνεις απ' την έξαψη. Το ίδιο κι ο Faudet, o Rimbaud, ο Χριαστιανόπουλος κοκ. Τους δέομαι, με τρελαίνουν, με ενθουσιάζουν, με υγραίνουν με το πόσο δύναμη έχουν οι λέξεις τους. Είναι απλές, αχρείες μα όχι φτηνιάρικες.  Οι λέξεις δεν είναι ούτε άσχημες, ούτε κακές, κι αν έχουν προστυχιά είναι γιατί σαν ανθρωπότητα έχουμε ενοχοποιήσει βαθιά κάθε αυθεντική σεξουαλικότητα που ελοχεύει στην αλληγορία και την μεταφορά.

 Για αυτό μωρό μου, συνέχισα, όταν έρθει ο άλλος με τη γκαύλα να του 'χει φτάσει στο ταβάνι και σου πει " θέλω να σε γαμήσω", μη προσβληθείς, μη λακίσεις γιατί μόλις έλαβες μια καθαρή δήλωση ποίησης. Μια καθαρή γενετήσια ενόρμηση, άμεση και αυθεντική, κράτα την έννοια, παράτα την ηθικολογία περί σεβασμού. Αν μη τι άλλο παρ' το άλλιως: "θέλω να σου κάνω έρωτα". Δεν φαίνεται πόσο εκλογικευμένο είναι το ένστικτο; πόσο έχει αναλυθεί η επιθυμία; Είμαι σίγουρη πια, ότι το πάθος, ο έρωτας, η ποίηση, η τέχνη πρέπει να στάζουν υγρά, να έρχονται βρωμοκοπώντας ορμόνες κι όχι να μοσχοβολάν Σανέλ. " 

Part IV

Σαββατοκύριακα και Εξεταστική

Είχα αρχίσει να κουράζομαι με τα σαββατοκύριακα. Δεν περνούσαν με τίποτα τα ρημάδια! Όλοι οι φίλοι μου και οι εραστές μου εξαφανισμένοι. Ο ένας στην γκόμενα του, ο άλλος σ' άλλο γαλαξία, ο παρ' άλλος κρυμμένος σε τίποτα στενά σοκάκια να καβλαντζει. Και εγώ ανάμεσα σε σορούς βιβλία και άχρηστη χαρτούρα, να διαβάζω απρόθυμα και να καπνίζω ανελέητα. Και δεν μου έφτανε η αποτυχία του Σαββάτου μου, έπρεπε να καπνίζω και κάτι Κάμελ, που δε λέω πολύ ωραία, κομψά τσιγάρα, αλλά σαν τα lucky strike μου δεν είναι. Κι όλος ο όγκος από τις πληροφορίες που βαραίνει το κεφάλι μου, όλη η μοναξιά που σκοτεινιάζει τα Σάββατα μου με καθηλώνει σε μια προσμονή για τη Δευτέρα. Ποια; Εγώ! Που ερχόταν το Σαββατοκύριακο και ξεχυνόμουν στους δρόμους να μοιράσω φως. Τώρα όχι φως να μοιράσω, με τόση πίσσα και καφέ μόνο μαύρο μελάνι μπορώ να χύσω. Αλλά Σάββατο είναι ας χύσω κάτι κι εγώ.

Αλλά τι να μου πει κι αυτή η Κυριακή, βέβαια. Που καλύτερα να την ονόμαζα Ματαίωση. Κι είναι το αίσθημα της ευθύνης έναντι στη Δευτέρα που με τρυπάει σαν πυρωμένος λοστός. Το κακό είναι ότι βαστάω τόσο για να γκρινιάζω. Μέχρι κι η γάτα μου γκρινιάζει, πως δεν έχω χρόνο για αβρότητες. Χρόνο είχα, διάθεση δεν είχα. Και συλλογιζόμουν νοερά: το γατί μου δεν χορταίνει μόνο με χάδια θέλει και φαΐ. Το κορμί μου δεν χορταίνει μόνο με φαΐ θέλει και χάδια (Χριστιανόπουλος Ντίνος, Μικρά ποιήματα). Ίσως αν το Σάββατο είχα λίγα χάδια παραπάνω, να μπορούσα να τα μοιράσω και στην γάτα μου, που τόσο καρτερικά αναμένει να σηκωθώ απ' την καρέκλα του γραφείου.
Το πολύ αύριο να γράψω λίγο απογοήτευση, λίγο πανικό και να φύγω με ένα μετατραυματικό σοκ μια Κυριακής βγαλμένης από την πιο ανιαρή πραγματικότητα. Τέσσερις καφέδες και τα μάτια μου βαραίνουν και τα χέρια μου τρέμουν. Έχω ξεχάσει να πιάνω το στύλο. Μα ας γράψω λίγο, να μην σκέφτομαι για μνήμες, γλώσσα και αντίληψη. Να αισθανθώ ότι δεν κουράστηκα, να γίνω λίγο υπεράνθρωπος. Ή πιο ρεαλιστικά να ματώσω λίγο, όπως λέει ο Χέμινγουεϊ: δεν έχει να κάνει με γράψιμο, απλά κάθεσαι στη γραφομηχανή και ματώνεις! Τι ειρωνεία, να έχεις μια Κυριακή δύο σε ένα. Και όσο δεν θες να διαβάζεις για τη μνήμη αυτή να μην σ' αφήνει να ησυχάσεις. Είναι αυτή η μνήμη επεισοδίων ή αλλιώς αυτοβιογραφική, που με κάνει να θυμάμαι τα πάντα, όλα αυτά τα πάντα που μάταια προσπάθησα να τα θάψω στους νευρώνες του ιππόκαμπου μου. Αδύνατο σ' αυτή τη Ματ(αι)ωμένη Κυριακή.


23 Δεκ 2015

Βραδινή συζήτηση σε μπαρ

-Στέλλα- Λουΐζα Κατσαμπή, Δεκέμβριος 2015

Βραδινή συζήτηση σε μπαρ


-«Μα πως μοιράζεις την αγάπη στα δύο» με ρώτησε μια φίλη που ‘χε να με δει καιρό, σε ένα ήσυχο μπαρ του κέντρου.

Γέλασα αυτάρεσκα τόσο δυνατά που τραντάχτηκε το τραπέζι από την ένταση. «Μωρό μου, δεν μοιράζω καμία αγάπη, γιατί η αγάπη δεν είναι κάτι συγκεκριμένο και αναλώσιμο, να το σπας στα δύο. Μπορείς να μοιράσεις την μοναξιά ή την λύπη, να την διασπάσεις σε τεταρτημόρια, να μετριέται σε πεντόκιλα ή τεμάχια; Δεν νομίζω. 
-«Ναι αλλά λες ότι αγαπάς δύο άνδρες ταυτόχρονα, γίνεται αυτό».
Άναψα τσιγάρο, και πήρα το κλασικό ύφος που έχω όταν θέλω να μιλήσω αναλυτικά. Έγινα ξύλινη και  τα μάτια μου άδειασαν από κάθε ζεστασιά. 
-«Δεν αγαπάω δύο άνδρες. Είναι στην ουσία δύο όψεις ενός νομίσματος»
-«Σαν πολύ Σουηδικά δεν μας τα λες;!»
-«Να εξηγηθώ. Θα έπρεπε να τους ήξερες για να καταλάβεις. Βλέπεις τον ένα τρυφερό, συναισθηματικό και ευαίσθητο, τον άλλο ορμητικό, βάναυσο και εγωπαθή. Ο ένας τόσο ανθρώπινος, απτός και άλλος τόσο θεϊκός και άυλος. Ο ένας θέλει να σου κάνει έρωτα, να σε λατρέψει κι ο άλλος να σε πηδήξει συνθλίβοντας σε. Και οι δύο, όμως, μοιράζουν τον ίδιο πόθο και ηδονή, ο τρόπος είναι αυτός που αλλάζει. Εξάλλου είναι σε άρρηκτη σύνδεση. Αν δεν υπήρχε ο ένας δεν θα υπήρχε ο άλλος. Αν δεν σκλήρυνα δεν θα μπορούσα να μαλακώσω απ την αβρότητα, και αν δεν δεχόμουν την αβρότητα δεν θα διεκδικούσα την υπέρτατη φαντασίωση μου. Κι αν τους δεις πως κινούνται εναντίον μου θα έβλεπες το κοινό τους σημάδι: λαγνεία. Αρχαίο, πρωτόγονο, βιβλικό συναίσθημα. Και έχει το βίωμα τις αμαρτίας και της λύτρωσης, σαν όλα τα κοινωνικά κατασκευάσματα που μας μάθανε από μικρούς. Κάτι τέτοιο είναι και η αγάπη, που λες. Κοίτα την λοιπόν, πως είναι απ την μάνα, πως είναι απ’ τον πατέρα, απ’ τους φίλους, απ τα ζώα. Ποτέ δεν είναι ίδια, ποτέ δεν μοιράζεται το ίδιο.
-«Τι κερδίζεις με όλα αυτά δεν μπορώ να καταλάβω. Όλοι θέλουμε να ανήκουμε κάπου, όσο κι αν θέλουμε να ξεχωρίζουμε»
-«Κατάφερα να κάνω τη ζωή μου ένα έργο τέχνης. Βλέπεις όλες αυτές τις ταινίες, τις Στάρλετ, τα μεγάλα φώτα και λες δεν γίνονται αυτά. Τα μοιραία πάθη, τα μοιραία λάθη. Κι όμως, τολμώ και μακαρίζω τον εαυτό μου ότι ζω την ζωή που ονειρεύτηκα, όπως την ονειρεύτηκα. Και διαθέτω αρκετό κυνισμό για να ξέρω πως δεν θα διαρκέσει ούτε μέχρις αύριο, αλλά καθόλου δεν με νοιάζει. ΄Η ακόμη, μπορεί απλά να είμαι ένα νυμφίδιο που ο υπέρμετρος ναρκισσισμός και ερωτισμός του, το φλομώνει συνεχώς με καλλιτεχνικές φανφάρες για να δικαιολογηθεί. Και ξέρω, ότι η αγάπη μου, δεν είναι αγάπη στα μάτια των άλλων, μα δεν χρειάζεται να είναι. Εγώ ανήκω και στους δυο, χωρίς όμως να είμαι δική τους. Η αφοσίωση μου, η λατρεία μου μπορεί και απομονώνεται, αλλά όχι να διασπάται. Κι αυτό είναι που τους καθιστά στα μάτια μου εξίσου σημαντικούς και ολότελα άνδρες της καρδιάς μου. Και δεν ξέρω αν γίνομαι μισητή ή άξια φθόνου για τον κόσμο. Αλλά θα έπρεπε, γιατί αυτό που έχω δεν είναι τίποτα λιγότερο από αυτό που ευχήθηκα να έχω. Και είμαι ευτυχισμένη, γιατί μοιράζω την ψυχή μου σε λέξεις, σε βλέμματα, σε μουσική. Αχόρταγα και ακόρεστα, όσο το πάθος μου για αυτούς.

-«Δεν θα σε καταλάβω ποτέ. Μα δεν χρειάζεται. Γιατί είσαι εσύ. Και πάντα θα είσαι εσύ. Η εσύ μου, η αγαπημένη μου εσύ.»