"Ιστορίες σε φόντο σέπια. Αναμνήσεις μιας μακρινής ζωής, του ξένου που κάθεται δίπλα σου. Σκόρπιες μισοσκισμένες φωτογραφίες σε μια σκονισμένη σοφίτα. Ένα παλιό σεντούκι με σπασμένες μισοτελειωμένες κιμωλίες παστελ. Διάλεξε ένα χρώμα και σβήσε το σκοτάδι του μαυροπίνακα..."
Καθόταν στην γραφομηχανή της και
δακτυλογραφούσε βιαστικά, ασκώντας πίεση στα μικρά κομβία. Όταν έβρισκε χρόνο από τα ακαδημαϊκά της καθήκοντα,
ασχολιόταν με τη συγγραφή. Το τηλέφωνο διέκοψε τον ειρμό της:
-Ναι.
-Καλησπέρα.
-Ποιος είναι;
-Δεν με θυμάσαι;
-Μου ακούγεται γνώριμη η φωνή σας,
κύριε, αλλά ποιος είστε;
-Ένας φίλος από τα παλιά.
-Δεν με βοηθάτε.
-Θα θέλατε να με συναντήσετε για
να με θυμηθείτε;
-Ο χρόνος μου είναι περιορισμένος
για παιχνίδια. Ποιος είστε;
-Αύριο στις 10, στην οδό Παύλου
Μελά, έχει ένα γωνιακό καφέ-μπαρ. Θα σας περιμένω εκεί.
Το τηλέφωνο έκλεισε. Συνοφρυωμένη
από τον ανώφελο αυτό διάλογο, άναψε ένα τσιγάρο και συνέχισε να γράφει. Μα δεν
έβγαιναν οι λέξεις πια. Έσπαγε το κεφάλι της να θυμηθεί αυτή τη φωνή, που
φαινόταν τόσο οικεία. Έλειπε είκοσι χρόνια από την Ελλάδα, είχε κρατήσει
ελάχιστες επαφές και φίλους.
«Μα ποιος παλαβός είναι αυτός πάλι;
Και που βρήκε τον αριθμό μου, δεν έχει ούτε ένα μήνα που επέστρεψα στην
Ελλάδα», αναρωτήθηκε.
Την επόμενη μέρα, αφού τελείωσε
με τις διαλέξεις της, πήγε σπίτι κατάκοπη. Άνοιξε τον υπολογιστή, με ένα σωρό
ηλεκτρονικά μηνύματα από φοιτητές να ρωτάνε το μακρύ και το κοντό τους. Άλλες τόσες
ώρες για να απαντήσει, να διορθώσει.
«Θέε μου, πάλι δεν θα γράψω
τίποτα, με αυτούς που έμπλεξα, τι ήθελα
και γύρισα.» βλασφήμησε.
Το κινητό της χτυπάει ξανά.
Μήνυμα από άγνωστο αριθμό: «Σε περιμένω σήμερα.»
«Άντε πάλι αυτός! Τι ζόρι τραβάει
ο κόσμος. Δεν έφτασα σαράντα χρονών για να ασχολούμαι με αινιγματικά μηνυματάκια.
Και γιατί επιμένει τόσο; Άντε να πάω. Είχα πολλούς καλούς φίλους, μα λείπω χρόνια,
και αν δεν τον αναγνωρίσω;» σκέφτηκε.
Ήρθε το βράδυ. Έβαλε ένα μαύρο
φόρεμα και ένα μαντήλι στο λαιμό. Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε όταν
έβγαλε χρήματα είναι να αλλάξει το στυλ της. Το βεστιάριο της ήταν γεμάτο με
κομψά και σικάτα ρούχα.
«Θα πάω, κι ό,τι γίνει».
Έφτασε στο μαγαζί που ήταν το
ραντεβού της ένα τέταρτο νωρίτερα. Κάθισε στο τραπέζι και παρήγγειλε ένα
ουίσκι, με δύο παγάκια. Αφού πέρασε είκοσι λεπτά να ασχολείται με το
σημειωματάριο της, ένιωσε μια φιγούρα να
τραβάει την απέναντι καρέκλα. Ύψωσε το βλέμμα της και είδε τον «άγνωστο» φίλο της
από τα παλιά.
«Καλησπέρα σας» είπε χαμογελαστός.
«Δεν το πιστεύω!» αναφώνησε με
έκπληξη.
Ο άνδρας έσκυψε και τη φίλησε
σταυρωτά με περίσσια οικειότητα και στοργή.
«Πως μπόρεσα να μην αναγνωρίσω τη
φωνή σου;» είπε αυτή.
«Σου το ‘λεγα ότι μετά από είκοσι
χρόνια δεν θα έχω καμία σημασία για σένα. Δεν θα θυμάσαι, κι ας είναι το
μνημονικό σου σύστημα το δυνατό σου χαρτί» απάντησε.
«Δεν άλλαξες καθόλου»
«Ε πως, έχω ασπρίσει εντελώς
τώρα. Εσύ όμως, παραμένεις λαμπερή.
«Χαχα. Σιγά, δεν είμαι πια είκοσι
χρονών, γέρασα κι εγώ».
«Τα μάτια σου δεν άλλαξαν όμως.
Στο ‘χα πει και τότε ότι δεν θα γεράσουν ποτέ».
Αφού πέρασαν μια ώρα να μιλάνε
για τα νέα τους, και ήπιαν από δύο ποτά ο καθένας, η συζήτηση άρχισε να
χαλαρώνει.
«Θυμάσαι τότε; Που σε φώναζα «άνδρα
του ενός εκατομμυρίου δολαρίων;»
«Nαι! Από ένα τραγούδι αυτής της Lana Del Rey που άκουγες δεν ήταν;»
«Χαχα. Κοίτα τι θυμήθηκες! Ναι, και σου έλεγα τον στίχο: έχεις κατακτήσει τον κόσμο, αλλά με τι κόστος;»
«Και τι έλεγα εγώ μετά;»
«Ότι δεν έχεις κατακτήσει τίποτα.»
«Αλήθεια είναι. Που τα θυμάσαι όλα;!Εσύ όμως τελικά είσαι η μεγάλη και η τρανή. Πως πας με τη συγγραφή, αλήθεια; Γράφεις ακόμα;»
«Ναι. Έχω πάρει και μια vintage γραφομηχανή. Χθες κατέθεσα σε έναν
εκδοτικό οίκο μια συλλογή από διηγήματα. Περιμένω απάντηση. Τα πράγματα είναι πιο
εύκολα για τα συγγράμματα».
«Είμαι σίγουρος ότι δεν θα απορριφθείς.»
«Υπάρχει μια ιστορία για σένα μέσα».
«Χαχα, αλήθεια; Μετά από τόσα
χρόνια;»
«Ποτέ δεν σταμάτησα να γράφω για
σένα. Πάντα ήσουν η μούσα μου. Άλλωστε χάρις σε εσένα κατάλαβα ότι μπορώ να
γράψω».
«Βλακείες. Το ‘χες πάντα μέσα σου»
«Βλέπω παραμένεις το ίδιο κυνικός
και εριστικός»
«Δεν αλλάζει ο άνθρωπος. Γιατί
έγραφες για μένα; Αφού εσύ με άφησες.»
«Γιατί είχα δώσει μια υπόσχεση
στον εαυτό μου. Στο ‘χα πει, σαν χθες το θυμάμαι, «δεν ξέρω αν θα γίνω ποτέ
συγγραφέας, δηλαδή να καταφέρω να φτιάξω κάτι άξιο να το διαβάζει κάποιος, αλλά
εύχομαι να μπορέσω να βάλλω μια αράδα λέξεις σε μια σωστή σειρά για να
περιγράψω το πόσο όμορφος είσαι»
«Ναι θυμάμαι, συνέχεια το έλεγες.
Αλλά ήσουν μικρή και μ’ έβλεπες όμορφο, για μένα δεν είχε καμία σημασία.»
«Ήσουν ο πιο όμορφος. Και σε
βλέπω μετά από τόσα χρόνια και δεν σου κρύβω πως δεν άλλαξε αυτό. Είχα πολλούς
όμορφους άνδρες στη ζωή μου, αλλά εσύ ήσουν πάντα ο πιο ωραίος».
«Υπερβολές» είπε γελώντας.
«Και δεν μου λες, εσύ που με θυμήθηκες
μετά από τόσα χρόνια;»
«Έμαθα τυχαία ότι γύρισες. Και
άκουγα για σένα από διάφορους, για τις επιτυχίες σου. Και είχα μεγάλη
περιέργεια να μάθω νέα σου».
«Κοίτα να δεις! Πάντα θεωρούσα
ότι με το που χωρίσαμε θα με ξέχναγες στο λεπτό».
«Γιατί;»
«Γιατί δεν μπορούσες να αγαπήσεις
τίποτα.»
«Αυτός ίσως δεν είναι ψέματα.
Αλλά περάσαμε καλά μαζί.»
«Ναι, αυτό το «καλά» ήταν το
πρόβλημα, καλέ μου.»
«Τι εννοείς;»
«Γιατί νομίζεις ότι δεν γύρισα
Ελλάδα;»
«Τι εννοείς»;
«Νομίζεις ότι είχα κανένα καϊλέ
να μείνω κάπου αλλού πέρα από την Ελλάδα; Μπορούσα να γυρίσω μετά τις σπουδές
μου, και να βρω εδώ δίκτυα αλλά δεν μπορούσα να το κάνω».
«Γιατί;»
«Γιατί ήθελα να ξεχάσω. Έπρεπε να
ξεχάσω. Και ξέρεις πόσο δεν μου άρεσε να ξεχνάω. Ήθελα να διαγράψω κάθε
περίπτωση να σε πετύχω κάπου έξω, να μάθω νέα σου, να σε ξαναδώ».
«Τόσο κακό σου έκανα; Αφού εσύ με
άφησες.»
«Ναι κι εσύ δεν έκανες τίποτα για
να με κρατήσεις. Δεν με άκουγες ποτέ. Και δεν μου έδινες χώρο. Ήσουν μεγάλο
στραβόξυλο, μα εγώ σ’ αγαπούσα. Θέε μου, πόσο σε αγαπούσα. Και για αυτό έφυγα.
Γιατί έπρεπε να αγαπήσω και κάποιον άλλο. Η σχέση μας ήταν τόσο ατελέσφορη που
πνιγόμουν. Χρόνια ολόκληρα το πάλευα, να αφεθώ, να δεθώ, μα ήταν λες και δεν
ήξερα να αγαπάω κάποιον άλλο εκτός από σένα. Ώσπου, σταμάτησα να προσπαθώ να
αγαπήσω κάποιον, για την ακρίβεια δεν αγαπάω τίποτα πλέον. Δεν δίνομαι σε τίποτα.
Και δεν με πληγώνει τίποτα.»
Αφού επικράτησε μια παύση
περισυλλογής, ο άνδρας είπε:
«Θες να πιούμε ένα ποτό σπίτι
μου;»
Πήγανε σπίτι του. Το ποτό δεν
άργησε να γίνει φιλιά και χάδια. Παλιοί εραστές, παντοτινοί εραστές. Όταν
κατέβασε το καλτσόν της είδε ένα μεγάλο ταττουάζ στο μπούτι της. Ήταν ένας λύκος
με τριαντάφυλλα κόκκινα, λες και είναι ποτισμένα με ρανίδες αίματος, και μια
λεζάντα που έλεγε: Paradisusestinterra.
«Τι είναι αυτό;» είπε σαστισμένος, γιατί κατάλαβε.
«Εσύ».
«Είσαι εντελώς ηλίθια;! Τι έκανες παιδί μου;»
«Στο έλεγα πάντα, πως τον παράδεισο μου δεν θα τον άγγιζε κανείς. Ούτε καν εσύ που βασίλευες μέσα του. Κάποτε μου χάρισες την ευτυχία, και αυτό δεν ήθελα να το λησμονήσω ποτέ. Και δεν το μετάνιωσα ποτέ. Αυτό το ταττουάζ είναι ότι μ' αρέσει περισσότερο πάνω μου».
«Εσείς οι συγγραφείς είστε για δέσιμο!» αναφώνησε , και συνέχισε να τη φιλά.
Μετά από δύο βδομάδες,
δημοσιεύτηκε η συλλογή της. Έδωσε συνέντευξη σε εφημερίδα με αφορμή ένα διήγημα
της, που χαρακτηρίστηκε «Η επιτομή του θρησκευτικού ρεαλισμού. Η απόδειξη του
ότι ο Θεός είναι ένας ωραίος άνδρας, και αγαπήθηκε πολύ». Μόλις τελείωσε τη συνέντευξη της,
έφυγε βιαστική για τη διάλεξη της. Στα μισά της ομιλίας της, άνοιξε η πόρτα και
μπήκε ο παλιός της εραστής. Έκατσε πίσω στο αμφιθέατρο και άκουσε το μάθημα.
Όταν τελείωσε και είχαν φύγει όλοι οι φοιτητές της, την πλησίασε.
«Στο χα πει ότι θα έρθω να
παρακολουθήσω μια διάλεξη σου». Της έφερε μπροστά της ένα αντίτυπο των
διηγημάτων της. «Τα κατάφερες τελικά».
«Να σου γράψω μια αφιέρωση;»
Έγνεψε θετικά.
Αυτή πήρε την μαύρη πένα της και
συλλογίστηκε για λίγα δεύτερα. Άρχισε να γράφει, με τις γνωστές ψιλές και
περισπωμένες της.
«Δες την όταν πας σπίτι».
Όταν πήγε σπίτι του άνοιξε το
βιβλίο και διάβασε: «Στον άνδρα του ενός εκατομμυρίου
δολαρίων. Δεν μπόρεσα να αγαπήσω κανέναν, γιατί κανένας δεν φωταγωγούσε όπως εσύ.
Να προσέχεις.»
Της άρεσε να καπνίζει στο αμάξι
όταν οδηγούσε. «Τι θα γίνει με αυτή την μαλακία, θα σκοτωθούμε», της έλεγα
επιτακτικά. Γελούσε αλαζονικά και άνοιγε το παράθυρο να πάρει ο αέρας την στάχτη. Ήξερε πώς να παίζει με τον θάνατο. Δεν μάθαινε ποτέ απ’ τα λάθη της,
αλέγκρα και μονήρης, ζούσε μόνο για τις
απολαύσεις τις. Δεν είχε αφήσει ούτε μια γωνία από τα αμάξι της χωρίς σημάδια.
Πάντα επειδή κάπνιζε. Πάντα επειδή ήταν απρόσεχτη και μη υλίστρια αρκετά.
Με άφησε στο σπίτι δίνοντας μου
ένα μεγάλο φιλί. «Θα τα πούμε» είπε. Όταν άκουγα αυτό το «θα», ήξερα ότι δεν
πρόκειται να με πάρει. Είναι σαν τους καφέδες που «θα» πιούνε οι φοιτητές με
άλλους φοιτητές, τα σινεμά που «θα» πηγαίναμε με φίλους ή ραντεβουδογκόμενες,
τα «θα» των ερωτευμένων που κρύβουν μέσα τους ένα μικρό κομμάτι αιωνιότητας.
Δεν μπορούσα να καταλάβω ποιο «θα» έκρυβαν τα λόγια της, αφού πάντα ήταν εκεί
όταν την χρειαζόμουν. Μάλιστα, ήξερα ότι άφηνε όλους τους εραστές της για να
περάσει χρόνο μαζί μου. Ήμουν ο κύριος επί των τιμών της. Δεν μπορούσε να
αγαπήσει τίποτα. Δεν ήξερε να αγγίζει χωρίς να αφήνει σημάδια και δεν την
ένοιαζε να φαίνεται «κυρία». Ήταν όμως, θεσπέσια, απαστράπτουσα με τα νυχτερινά
φορέματα και πάντα φρέσκια τα πρωινά ακόμα κι όταν δεν κοιμόταν στάλα.
Την καληνύχτισα κι εγώ και της είπα
πως ήθελα να κάτσει σήμερα. Μα δεν μπορούσε τα τελευταία βράδια. Δεν μου έκανε
όλα μου τα χατίρια ποτέ, δεν με κακομάθαινε επίτηδες για να την ερωτευτώ λίγο
παραπάνω. Συνήθως έλεγε ένα ξερό «δεν μπορώ» ή «θέλω να κοιμηθώ καλά σήμερα».
Αυτή την φορά ήταν λίγο διαφορετικά. Μου κράτησε το χέρι και μου άνοιξε
διακριτικά την πόρτα γελώντας. Κάτι άλλαξε ίσως. Δεν ξέρω.
Η κυρία «θα» μου, το πιο όμορφο
πλάσμα που κράτησα στα χέρια μου, χάθηκε εκείνο το βράδυ σε κάποιο επαρχιακό
δρόμο, με πολλή αραδιασμένη βενζίνη να φλέγεται σε μια γόπα. Ίσως την επόμενη
μέρα να ήταν η μέρα που θα με έπαιρνε τηλέφωνο. Μα αυτό δεν θα το μάθω ποτέ.
Δεν ήμουν ποτέ άνθρωπος των υπέρμετρων απολαύσεων. Τις θεωρούσα όπιο, κακό μεθύσι και ένα πηγάδι που σε ρίχνει όλο και βαθύτερα αντί να σε εξυψώνει. Όχι όμως μαζί της. Ήξερε να αφήνει μετάγευση. Είναι αυτή η αίσθηση της πληρότητας και της λύτρωσης, που σε κάνει να πιστεύεις -μπορεί και εσφαλμένα βέβαια- ότι είσαι στο σωστό μέρος, την κατάλληλη στιγμή, με τον ιδανικό άνθρωπο. Η αίσθηση μιας ξένης ενέργειας να μπλέκεται μαζί με την δική σου, να τριπλασιάζεται και να σου αφήνει ένα βλακώδες χαμόγελο αγαλλίασης για μια βδομάδα. Άμα μάθεις στη μετάγευση, γίνεσαι κάτι σαν ναρκομανής. Δεν ζεις χωρίς αυτή. Δεν απολαμβάνεις τίποτα χωρίς αυτή. Και δεν μπορεί να στην δώσει ο καθένας, το καθένα κορμί, η καθεμία ψυχή που πλαγιάζεις σε καναπέδες. Kι όσες μεθαδόνες κι αν εφεύρεις, μπας και χαρείς λιγάκι τη νέα εμπειρία, δεν την αντικαθιστάς.
Και ενώ ξέρω ότι το πιο πιθανό είναι να τα πίνει και να καπνίζει με τα άλλα "κακά" παιδιά της ιστορίας σε κάποιο μπαρ με θέα τον Τάρταρο, δεν θα την συγχωρήσω ποτέ. Δεν φεύγει η μετάγευση, τίποτα δεν θα είναι ξανά απλό, τίποτα θα γρυλίζει τα βράδια σαν την κυρία "θα" μου. Και δεν θα την συγχωρήσω, γιατί δεν μου έδωσε την ευκαιρία να την απομυθοποιήσω ποτέ. Για αυτό, να οδηγείτε με προσοχή, κάποιος σας αγαπάει.
Part II
Φαύλος κύκλος άγνοιας
-Που πας; -Φεύγω
-Για πού; -Δεν ξέρω.
-Για πόσο; -Δεν ξέρω.
-Μείνε. -Δεν μπορώ.
-Γιατί; -Ζορίζομαι.
- Θα σε φροντίσω. -Πιέζομαι.
- Θα σε μισήσω. -Θα με ξεχάσεις.
-Δεν το ξέρεις -Δεν με έχεις ανάγκη.
-Δεν το ξέρω. -Τι ξέρεις;
-Ότι άργησα.
-Γ(ε)ια; -Στάσου.
-Γιατί; -Δεν ξέρω.
-Μ’ αγαπάς; -Δεν ξέρω.
-Πως θα μάθεις; -Άμα κάτσεις.
-Κι αν δεν μάθεις; -Θα πληγωθώ
-Κι αν δεν μ' αγαπάς; -Δεν το ξέρω.
-Κι αν σε πληγώσω; -Δεν θα το ξέρεις.
Part III
Σε
έβλεπα που χόρευες στο ημίφως
Για
μένα, μόνο σε εμένα
Θεέ
μου, πόσο σ’ αγαπούσα τότε
Εγώ δεν ξέρω να χορεύω.
Δεν ξέρω να λικνίζομαι σε αυλαίες και κόκκινα φώτα.
Ίσως φταίει το σουλούπι μου και η άχαρη θωριά μου
Ίσως πάλι να ‘μαι άμουση
-δεν ξέρω-
Ο χρόνος θα φροντίσει και για αυτό.
Εσύ όμως, εξέπνεες μαγεία
Σαν ένας μεγάλος απλανής αστέρας φωτός
Ένας μικρός νάνος, γεμάτος ενέργεια
Λίγο πριν πεθάνει
Κι
εσύ –μόνο τότε- δεν ήσουν νεκρός
Γιατί
σ’ αγαπούσα
Part IV
Είχα φυλάξει μια κλεψύδρα άμμου για μας
Απ’ αυτές που αδειάζουν αργά-αργά τα
βράδια
Κάθε κόκκος και μια νύχτα
Κι έχουν περάσει κάμποσες πια.
Ένα μπαλκόνι με μια καρέκλα. Κάθομαι και ρεμβάζω τα βράδια
βλέποντας τα φώτα της πόλης. Τα καλοκαιρινό αεράκι ελαφραίνει το καυσαέριο και
η μυρωδιά απ’ τα φρεσκοπλυμένα μου ρούχα είναι απόλαυση. Γιασεμί και
τριαντάφυλλο, το μαλακτικό. Και λίγο απ’ την κολόνια σου, που δύσκολα
ξεθυμαίνει.
Θα ‘θελα να μιλήσω για τις
νύχτες τις παλιές
Που δεν είχαν κωδωνοκρουσίες
έρωτα
Μόνο στην απώλεια
τυλίγονταν
Και δεν βρισκόσουν μέσα
μου πια
Θα ‘θελα να ‘χα ένα pick-upκαι μια παλιά γραφομηχανή. Να ακούω
ένα δίσκο της LanaDelReyκαι
να πατώ τα πλήκτρα σαν να ‘ναι προέκταση των δακτύλων μου. Να μην φοβάμαι τα λάθη
πια, γιατί όλα σβήνονται. Η ποίηση μου να ‘χει γράμματα με κοφτές γωνίες και
συμμετρικά σχήματα, σαν τη δομή του χαρακτήρα σου. Τίποτα να μην ξεφεύγει ποτέ,
σαν ένα έργο τέχνης που σμιλεύτηκε με την αριστοτεχνία ολάκερης της πλάσης.
Δεν ξέρω πως θα
μπορούσα να κρύψω λίγη ευτυχία μέσα σου,
Και λίγη απ’ την
ομορφιά που εκπέμπεις
Κι ό,τι γράφω ανήκει
στο πεπερασμένο
Ο χρόνος δεν λυπάται
ποτέ στις διαγραφές.
Η γάτα μου δεν τυλίγεται ποτέ σε ξένα πόδια και αγκαλιές. Σαν
κι εμένα. Ακουμπάω μόνο σε ό,τι έχω μέσα μου, βαθιά, προαιώνια, προ-υπαρξιακά. Με
αγαπάνε οι καθρέφτες γιατί είναι άνθρωποι. Και εσύ είσαι ο πιο αγαπημένος μου.
Γελάω πολύ, αυτό είναι το στοιχείο μου. Γιατί είμαι στον Παράδεισο. Σ' ένα παράδεισο που τον έφτιαξα με τα ίδια μου τα χέρια. Τον είδα πολλές φορές να φλέγεται από τα πυρά της κολάσεως. Να με στενεύει, να μη μου κάνει, να μου λιγοστεύει. Αλλά όχι τώρα. Γιατί του έδωσα ζευγάρια μάτια, χόβολη να μην κρυώνει και φως να λάμπει! Δεν έχει πεδιάδες και αλάνες, έχει χέρια που ζεσταίνουν, έχει τέσσερις τοίχους ίσα να χωράνε μια χούφτα αγάπης, και μιάμιση σκιά έρωτα. Κοσμείται από γιασεμιά και αγιόκλημα τα βράδια, και ρόδα το πρωί. Πάντα ότι μπορεί να σε πληγώσει είναι πιο επικίνδυνο το πρωί. Γιατί τα σημάδια απ' τα αγκάθια φαίνονται στο φως.
Κάθε παράδεισος θέλει κι ένα Μεγαλοδύναμο να τον ελέγχει. Τον αφήνεις να αλωνίζει ελεύθερα, να τριγυρνάει αέναα στο μικρό σου σπιτικό. Περπατάς μαζί του και του λες για τα μυστικά συστατικά της δημιουργίας του. Πόσο ζώσα ύλη ξόδεψες για να λειάνεις τις γωνίες των τοίχων, να φροντίσεις τους καρπούς του και τελικά να μπορείς να κάνεις και μια τζούρα στον θρόνο του. Γιατί έχει και θρόνο και σκήπτρο και με ένα κούνημα του μπορεί να προκαλέσει βιβλικές καταστροφές στον μικρό σου Παράδεισο. Μα τι αστείος, θα έλεγα, τι ψευδαισθήσεις δημιουργεί το να νομίζεις ότι μπορείς να ελέγξεις τα πάντα;! Και που να 'ξερε ότι είναι απλώς ένα αριστουργηματικά κομψοτεχνημένο πιόνι με δανεική δύναμη. Παρ' όλα αυτά, θα τον άφηνα να τα χαώσει όλα, για να του δείξω μόνο και μόνο ότι δεν μπορεί να αγγίξει τίποτα με ξένη ενέργεια.
Και γελάω ειρωνικά γιατί τη χαρμολύπη της Εδέμ μου δεν την αγγίζει κανείς. Ποτέ! Κι αν έρθετε και μου πείτε: ξυπνά, αιθεροβατείς. Θα έλεγα με όλη την έπαρση που θα μπορούσε να έχει ένα γήινο ον: εγώ μωρά μου πήγα πολλές φορές κατά διαόλου και θα πάω πολλές φορές ακόμα. Γιατί σε αυτή τη ζωή, όλα τα πληρώνεις. Και τον παράδεισο μου θα τον πληρώσω πανάκριβα! Γεννήθηκα για να τον δημιουργήσω και θα τον αφήσω να με καταπιεί σαν μαύρη τρύπα. Κι αυτό μου το ορκίζομαι. Και όποιος σταθεί εμπόδιο, θα τον συνθλίψω με την ευτυχία μου. Οι άνθρωποι δεν αντέχουν την πολλή χαρά. Ιδιαίτερα αυτοί που ψάχνουν μονίμως μια λάμπα λάμψης να προσκολλήσουν. Και θα σας φυλάξω όλους μια γωνία στην άκρια του ονείρου μου, που έγινε η ζωή μου ολάκερη.
"Μπουκόφσκι", του λέω, τι έγινε
τελικά με εκείνη την πιτσιρίκα;
"Ποια από όλες", με ρώτησε.
"Αυτή την μικροκαμωμένη που την
ερωτεύτηκες και ακούγατε το πρωί κλασική μουσική."
"Πάει τελείωσε παντρεύτηκε αυτή.
Ήταν ένα παιδί τότε, 25 χρόνων, τι να με κάνει εμένα, τον απένταρο καραγκιόζη. Με φώναζε κι εκείνη Μπουκόφσκι, σαν κι εσένα. Αλλά εσένα, σε αγαπάω, παρ' όλο που δεν σε θέλω."
"Μπουκόφσκι" είσαι ρεαλιστής και περιθωριακός και μη συμβατικός και καλλιτέχνης. Γιατί με αγαπάς;
"Γιατί είσαι η "άλλη γυναίκα". Από
αυτές που κάνουν πάντα ό,τι θέλουν, όπως το θέλουν και δεν συμβιβάζεσαι με
τίποτα. Το κακό είναι ότι δεν θα παραμείνεις έτσι για πάντα. Τώρα είσαι
μοιραία, έχεις μαύρα μαλλιά και μάτια που λάμπουν στο σκοτάδι και πίνεις σαν ένας
κροκόδειλος. Αλλά δεν θα σαι πάντα έτσι."
"Μπουκόφσκι τι λες", είπα. Εγώ έχω
όνειρα, έχω στόχους, έχω να κατακτήσω μια αιωνιότητα.
"Για αυτό γράφεις μπούρδες.
Γιατί έχεις στόχους. Δεν ξέρεις τι είναι αγάπη, δεν ξέρεις τι είναι έρωτας, δεν
ξέρεις που πάνε τα τέσσερα γενικά! Το μόνο που ξέρεις είναι να δίνεσαι και να
κατακτάς, να παίζεις με όλους αλλά να κάθεσαι σ΄ αυτούς που μπορούν να σ’
αγαπήσουν περισσότερο. Πες μου έτσι δεν είναι; Έτσι δεν κάνετε εσείς οι Μεσσαλίνες; Και λέω Μεσσαλίνες γιατί σε
ξέρω, δεν είσαι από τις άλλες πιτσιρίκες που ερωτεύονται οι
άνδρες. Εσύ δεν περιμένεις να σου φερθεί κάποιος σκατά για να τον ερωτευτείς. Μωρό μου, δεν ξέρεις τι είναι αγάπη και
τι έρωτας. Εγώ θα σου φερόμουν σκατά, αν δεν σε άφηνα να έχεις άλλους εραστές
στην ηλικία σου. Αν ήθελα να σαββατοκύριακα σου να τα περνάς μόνη, γιατί εγώ
ξενοπηδάω. Και θα σου έλεγα μετά, ότι έχω μόνο εσένα. Έτσι, δεν σκέφτονται όλοι οι άνδρες σου; Και το κάνουν γιατί
είσαι νέα και ελεύθερη και εικοσάρα και τους τη δίνεις, αλλά σε δέκα χρόνια από τώρα θα γίνεις άλλη μια
συμβατική γκόμενα. Θα παντρευτείς, θα κάνεις παιδιά, θα τα μεγαλώσεις, θα τους προβάλεις
όλα τα συμπλέγματα σου και θα σε φάει το κακό γαμήσι μετά από τόσα χρόνια
γάμου. Και δεν το λέω για να ρίξω όσες παντρεύτηκαν και έκαναν παιδιά και αγαπήθηκαν,
αλλά γιατί ξέρω ότι εσύ θα αποτύχεις παταγωδώς σ’ αυτό.
"Μπουκόφσκι, του λέω", τι λες. Δεν
θα μπορώ πάντα να παίζω με τα μυαλά σας. Δεν θα ‘χω πάντα τη σαγήνη, άντε να
κρατήσει άλλη μια πενταετία η ομορφιά μου. Μετά θα κάνω ρυτίδες και θα έχω και
δουλειά και φράγκα και βιολογικό ρολόι να μου λέει το πως πρέπει να συνεχίσω
την ύπαρξη μου.
"Μωρό μου, μου λέει, είσαι μικρή,
πολύ μικρή για αυτό δικαιολογώ την
ανωριμότητα σου. Μου μιλάς για ναρκισσισμό, για ρολόγια, για ρυτίδες. Δεν
ξέρεις τίποτα. Σε βλέπω που χουρχουρίζεις και λικνίζεσαι και
τρίβεσαι, και κοίτα όλους τους εραστές σου πως είναι. Γραβατωμένοι, κομψοί, αιθεροβάμονες, γοητευτικοί, καμιά φορά και κίβδηλοι. Τους χώνεις όλους στο τρυπάκι να
σε θέλουν, να ανταγωνίζονται σαν τα σκυλιά σε περίοδο ζευγαρώματος για να μην
ανήκεις στο τέλος σε κανέναν. Τους ζηλεύεις, μας δεν τους επιτρέπεις να σε ζηλεύουν. Τους παραμυθιάζεις με αυτό το σαλιωμένο στόμα σου, που στάζει κραγιόν και φανφάρες. Τους κάνεις να ρισκάρουν, να τρελαίνονται, να θέλουν να πετάξουν τις γραβάτες τους και να τσαλαβουτήσουν στα λασπόνερα της σαπίλας σου. Και γιατί σαπίλα; γιατί τους αγαπάς όλους. Τόσο πολύ για να γράφεις μπούρδες μετά!Τους έκοψες και τους έραψες όλους στα μέτρα σου. Και το φχαριστιέσαι, παραπάνω κι από δάχτυλο. Είσαι ξύπνια και ωραία και όταν μιλάς φτύνεις ντοπαμίνη, για αυτό και είσαι ελεύθερη! Και επειδή είσαι ακριβώς αυτό, συνέχισε να γράφεις. Και αρχίζω να πιστεύω πως μέσα σε όλα τα ποιήματα μου, που υπήρξαν εσφαλμένα, ήσουν εσύ.!" "Σκύλε, του λέω" είσαι ο αγαπημένος όλων!
Φώνημα: η μικρότερη μονάδα ήχου που αναγνωρίζεται ως ομιλία κι όχι ως τυχαίος θόρυβος.
Μόρφημα: οι μικρότερες μονάδες της γλώσσας που φέρουν κάποιο νόημα.
Πραγματολογία: Το επίπεδο ανάλυσης της γλώσσας ανάλογα με το πλαίσιο που χρησιμοποιείται. Μορφοσυντακτική δομή: Η σύνταξη είναι ο τρόπος που οι λέξεις οργανώνονται στην πρόταση, ενώ η μορφολογία είναι ο τρόπος που είναι εσωτερικά οργανωμένες οι λέξεις.
Βαθιά δομή της γλώσσας: η σημασία, το νόημα μιας πρότασης.
Bottom- up (από πάνω προς τα κάτω): Διεργασία της Αντίληψης, κατά την οποία για να ερμηνεύσουμε μια μεμονωμένη πληροφορία κινητοποιούμε τις προϋπάρχουσες γνώσεις μας.
Σημασιολογικό: Το επίπεδο ανάλυσης γλώσσας που μελετά τον τρόπο με τον οποίο οι διαφορετικές έννοιες εκφράζονται μέσα από τη γλώσσα.]