3 Μαΐ 2016

Μικρές Ιστορίες V

-Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Μάιος 2016

Part I

Άνοιξη

Σε έβλεπα που απομακρυνόσουν σαν την τελευταία μέρα της άνοιξης
Περίλυπος και στοχαστικός, με λίγα πρελούδια στους ώμους
Μα που πήγαινες τόσο βιαστικά;
Από εμένα δεν ξεμάκραινες ποτέ έτσι.

Έχω ξεχάσει πως είναι τα κυριακάτικα πρωινά. Απ’ αυτά που κουλουριάζεσαι ανάμεσα σε λεπτά σεντόνια και δυνατά χέρια. Όλα τα ‘χω αφιερώσει σε αγγαρείες με ποτήρια ντεπόν από δίπλα.  Redbull, καφέδες και σωροί από χαρτιά ανεπιθύμητης εργασίας. Θυμάμαι εκείνες τις χαλαρές Κυριακές σχεδόν  νοσταλγικά, που ήταν μετρημένες στα δάκτυλα ενός χεριού, μα ήταν πάντα αρκετές για να ‘ναι όλες οι μέρες Κυριακή. Δεν υπάρχει χρόνος πια. Ποιος μένει μέσα Σάββατο άνοιξης; Μόνο όσοι τραγουδάνε για την Άνοιξη, εκείνη που αφήνεις πίσω τον άνθρωπο σου, σε ένα φως κάποιου δειλινού. Δεν ξέρω πως είναι πια οι Κυριακές, με έχουν ξεχάσει.

Χυνόμουν μέσα σε ένα μαύρο πουκάμισο στις ψύχρες
Και κουμπωνόμουν μέχρι το λαιμό στα φώτα
Λαθραία αιθεροβατούσα μεταξύ Γης και Παραδείσου
Κι όλα μου τα χρόνια πήγαν στράφι.

Τα βράδια τυλίγομαι με πολλά σκεπάσματα, κι ας είναι καλοκαίρι. Δεν υπάρχει τίποτα να με ζεστάνει. Κι όλο το φως που έφτιαχνα με τα χέρια μου, το σκόρπισα σε ένα μπαλκόνι με θέα ένα πάρκο, σε ζευγαράκια παράνομα ή φρέσκα, που δεν φοβούνται τις σκιές τους που γίνονται ένα. Όλα είναι αφιλόξενα όταν είσαι μόνος, ακόμα και τα δέντρα γέρνουν αντίθετα στο πλάι. Και το τσιγάρο σβήνει γρηγορότερα, και ανάβεις κι άλλο-κι άλλο, ώσπου ζεσταίνεσαι απ’ τον άνθρακα, και εκρήγνυσαι σε πατώματα και πλακάκια, κάτω από κόκκινα φώτα και σκιερές γωνίες, σαν άλλο άψυχο κουφάρι.

Δεν υπάρχει τίποτα πια εδώ για εσάς
Αυτός ο τόπος, αυτό το σώμα έχει πια στεγνώσει.





Part II




Θέλω να με διαλύσεις σήμερα
Όταν φύγω τα χαράματα να μην έχω σώμα
Να έχω αφήσει τα κομμάτια μου στα ρούχα σου
Και τα κύτταρα μου στο χαλί σου


Με κυνηγάει ο χρόνος  -μου τελειώνει-.
Aδειάζω και δεν θες να με γεμίσεις

Έχω ήδη φύγει.
Δεν μένω πια εδώ, σ’ αυτούς τους τοίχους
Κι ό,τι έγραψα πάνω απ’ το κρεβάτι ξεθωριάζει
Δεν υπάρχω πια εδώ, δεν είμαστε πουθενά
Κι ότι αναμνήσεις έχω θα σβηστούν με χλωρίνη
Κάποιας Μαρίας-Ελένης; που θα νοικιάσει μετά

Φεύγω γενικά. Και δεν σε παίρνω μαζί
Δεν σε κουβαλάω πια στα σεντόνια μου
Κι ούτε θα σε βλέπω στις έναστρες νύχτες
Μετρώ αντίστροφα, και φυραίνω

Μόνο μαζί σου έχω μάθει να μεγαλώνω
Δεν θα με ψάξεις ποτέ σε αυτά που γράφω –το ξέρω-
Δεν θα ξέρεις αν έγινα  η μεγάλη και τρανή που ήλπιζες
Κι ούτε θα μάθεις πως έφυγα με το πιο επώδυνο τραίνο για το μέλλον

Θέλω σήμερα –που μπορώ- να σε διαλύσω
Οι άκρες των δακτύλων μου να σε πιέσουν δυνατά
Να ραγίσει κάθε σκουριασμένο σίδερο
Να σταθείς γυμνός μπροστά μου
Να μη φοράς την ιπποτική σου πανοπλία

Να λάμψεις σήμερα –που μπορείς-
Απ’ τα διαμάντια και το ελεφαντόδοντο που φτιάχτηκες
Και να σε κλειδώσω στο συρτάρι των παραδείσιων εραστών
Που ‘χει χώρο για έναν

Και να μην σε ξεκλειδώσω ποτέ




Part III

Γυρίζω σπίτι


Γυρνούσα στο σπίτι
Τρία τσιγάρα στα 120 km
Και με περίμενε η μαμά με τσάι περγαμόντο
Και λίγο γλυκό βύσσινο στο βάζο

Ήδη στο μυαλό μου έχω κούτες. Μεγάλα, μικρά, μεσαία  άχαρα, πεθαμενατζίδικα κουτιά από σούπερμαρκετ. Μέσα μπορεί να ‘χαν γάλατα, εβαπορέ, πατατάκια, μπύρες. Τίποτα σε σχέση με αυτά που θα βάλω μέσα. Γράμματα, σημειωματάρια, βιβλία μικρά σαρκοβόρα αναμνηστικά κάτι κεράκια γενεθλίων όχι με τη δική μου ημερομηνία πάνω. Ένας νταβάς για όλα τα προσωπικά μου αντικείμενα.  Και όλα τα όνειρα που εδέησα να ζήσω σε 45τμ

Είμαι ήδη σπίτι μαμά,
Δεν έχω κάτι άλλο για αυτούς τους τοίχους
Κι οι φιγούρες που σκιαγράφησα πρέπει πια να σβήσουν
Και οι νύχτες που πέρασα πρέπει πια να χαθούν

Και τώρα που δεν θα ‘χω πια τίποτα να με δένει με δαύτα τα παράγωγα της πρώτης ενηλικίωσης, θα  σβήσω και τα μικρά αποφθέγματα στο προσκέφαλο του κρεβατιού μου, που τυχαία μια μέρα πρόσεξε κάποιος αγαπημένος .  Τι να σου κάνει ο Bukowski  και ο Zola, με τις σκιές τους  και τους λόγους για να ζει κανείς. Εύχομαι να μην μείνει καμία σκιά πια σ’ αυτούς τους τοίχους, να μην βαρύνουν κανέναν νέο κάτοικο, καμία νέα κορασίδα έτοιμη να παραδοθεί στις μεγάλες βραδιές του χειμώνα, και στην πρώτη πρωινή λιακάδα του καλοκαιριού.

Κι εμείς, που δεν αγγίξαμε την αιώνια λιακάδα
Και δεν είχαμε ηλιαχτίδες να μας ξυπνάν
Δεν είμαστε άξιοι να ξαναβρεθούμε
Στους ιερούς τόπους των μεγάλων ερώτων

Άστεγη πλέον, καρτερώ ένα εισιτήριο μονής διαδρομής.





Part IV


-Τι γράφεις;
-Δεν γράφω. Παίζω με τις λέξεις.
-Ποιες λέξεις;
-Ελεφαντόδοντο, διαμάντια, ηλιόφως, σίδερο άνθρακας και οξυγόνο.
-Τι είναι όλα αυτά;
-Υλικά κατασκευής.
-Για τι;
-Για ποιον, να ρωτάς.


Είχα γνωρίσει κάποτε έναν άνθρωπο που ήταν φτιαγμένος από δαύτα τα στοιχεία της φύσης.
Έβλεπα να αστράφτει η θωριά του απ’ το ελεφαντόδοντο και τα διαμάντια, που αντανακλούσαν τις αχτίδες του ηλίου, και τον έκαναν να φωταγωγεί. Ήταν μαγευτικός, το πώς έλαμπε στα μάτια μου. Και ξέρω εγώ, που έχω βλέμμα καθαρό και ατόφιο, ότι αυτό ήταν όλο το μέσα του, ένας αυθεντικός πλούτος, χωρίς ίχνος φθήνιας πάνω του.
Δεν τον γνώρισα πολύ, δεν μπόρεσα να μάθω τους θησαυρούς του, τα ‘χε όλα κρυμμένα κάτω από βαριές στρώσεις σιδήρου. Σαν μια πανοπλία που ‘χε γίνει ένα με το δέρμα του, τόσο βαριά που τον έκανε ολότελα δυστυχισμένο. Δεν ξέρω αν θυμάται πια τον εαυτό του χωρίς αυτή, κι αν μπορεί να αντέξει μια μέρα χωρίς να αγγίζει το πετσί του. Και νομίζω είχα δει κάτι ρωγμές σε μερικά σημεία, απ’ τα δικά μου λαδωμένα χέρια ίσως, μα ήταν τόσο μικρές που δεν κατάφερνα να τον ελευθερώσουν.
Τώρα που τον βλέπω, ίσως πάλι να ‘ναι ένας Λευκός Νάνος, ένα ουράνιο σώμα που κατασπατάλησε όλες τις ζωοφόρους πηγές ενέργειας του, και έχει πια ένα μικρό ποσοστό ατομικής ενέργειας που συντηρεί το φως του. Ίσως είναι έτσι, να ‘ναι ένας μεγάλος απλανής, νεκρός αστέρας, ό,τι έχει απομείνει από ένα αυτόφωτο επουράνιο κορμί, που μεσουρανούσε στο γαλαξία μας. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα, παραμένει έτη φωτός μακριά από τον πιο κοντινό μου άνθρωπο κι όση δύναμη κι αν έχασε τον κοιτάω με δέος.
Δεν ξέρω τι είναι απ’ όλα αυτά, ίσως είναι όλα αυτά μαζί. Μάλλον δεν θα το μάθω ποτέ.



17 Μαρ 2016

Θρήνος

-Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Μάρτιος 2016
Θρήνος


Εγώ, αγαπημένε, σε έχω θρηνήσει από παλιά
Σε κάτι στενά της Μητροπόλεως
Σε κάτι μπαρ της Νίκης
Σε κάτι σιγουμορμουρίσματα  στις διαβάσεις
Στις εποχές του Χριστιανόπουλου

Δεν έμαθα ποτέ τις λεπτομέρειες των χεριών σου
Πως αγγίζουν χωρίς να πονάνε
Και πως κάνουν τον χρόνο να φθείρεται
‘Έχω κρατήσει μόνο ένα λιωμένο ρολόι
Που τυχαία άγγιξες μιαν αδιάφορη Δευτέρα

Σε έχω θρηνήσει βαθιά κι αιώνια,
Στα καλοκαίρια που δεν θα περάσουμε μαζί
Στα παγκάκια που δεν θα ξημερώσουμε
Στα φιλιά που δεν θα σου δώσω την ημέρα
Στις νύχτες που έπρεπε να φύγω απ ‘ το σπίτι
Στις ματαιώσεις του Σαββατοκύριακου
Που δεν θα είναι ποτέ δικό μου

Σ’ έχω ήδη θρηνήσει.
Και δεν υποφέρω που θα φύγεις
Και δεν πενθώ με την απώλεια
Και δεν με χαλνά η απουσία
Kαι δεν υγραίνουν τα μάτια
Και δεν με φοβίζει η λησμονιά

Μη μου λες πως με πληγώνεις
Πως δεν θα μπορώ ν' αντέξω το μετά
Γιατί σε έχω θρηνήσει ήδη
Γιατί αγαπώ μόνο ό,τι φεύγει
Μόνο ό,τι δεν είναι δικό μου

Και σε θρηνώ, για να μην πεθάνεις μέσα μου ποτέ.




12 Μαρ 2016

Η νύμφη

-Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Μάρτιος 2016

Η νύμφη


Η φύση μου εγωκεντρική
Η ανατροφή μου αριστοκρατική
Το δέσιμο εξ’ ανάγκης
Η σκέψη μου υποτακτική

Η θωριά μου γοητευτική
Αιθέρια διονυσιακή νύμφη
Με το τόξο της Αρτέμιδος
Βγαίνω για κυνήγι το πρωί

Οι ωμοπλάτες μου βαριές
Άρσεις συναισθημάτων
Βυθίσεις αναλγησίας
Και μετρώ απ’ την αρχή

Το στέρνο σμιλεμένο και βαθύ
Ν’ αντέχει τις κρούσεις
Τίποτα δεν λυγάει με την αφή
Εκτός αν είσαι ρίψασπις

Το μυαλό μου ένα διαμάντι
Χαράζει των ανθρώπων τις ζωές
Ατέρμονες αιχμές και έλκη
Σε κάθε αγαπημένου το κορμί



7 Μαρ 2016

O Άνδρας του ενός εκατομμυρίου δολαρίων

-Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Μάρτιος 2016

O Άνδρας του ενός εκατομμυρίου δολαρίων

Καθόταν στην γραφομηχανή της και δακτυλογραφούσε βιαστικά, ασκώντας πίεση στα μικρά κομβία.  Όταν έβρισκε χρόνο από τα ακαδημαϊκά της καθήκοντα, ασχολιόταν με τη συγγραφή. Το τηλέφωνο διέκοψε τον ειρμό της:
-Ναι.
-Καλησπέρα.
-Ποιος είναι;
-Δεν με θυμάσαι;
-Μου ακούγεται γνώριμη η φωνή σας, κύριε, αλλά ποιος είστε;
-Ένας φίλος από τα παλιά.
-Δεν με βοηθάτε.
-Θα θέλατε να με συναντήσετε για να με θυμηθείτε;
-Ο χρόνος μου είναι περιορισμένος για παιχνίδια. Ποιος είστε;
-Αύριο στις 10, στην οδό Παύλου Μελά, έχει ένα γωνιακό καφέ-μπαρ. Θα σας περιμένω εκεί.
Το τηλέφωνο έκλεισε. Συνοφρυωμένη από τον ανώφελο αυτό διάλογο, άναψε ένα τσιγάρο και συνέχισε να γράφει. Μα δεν έβγαιναν οι λέξεις πια. Έσπαγε το κεφάλι της να θυμηθεί αυτή τη φωνή, που φαινόταν τόσο οικεία. Έλειπε είκοσι χρόνια από την Ελλάδα, είχε κρατήσει ελάχιστες επαφές και φίλους.
«Μα ποιος παλαβός είναι αυτός πάλι; Και που βρήκε τον αριθμό μου, δεν έχει ούτε ένα μήνα που επέστρεψα στην Ελλάδα», αναρωτήθηκε.

Την επόμενη μέρα, αφού τελείωσε με τις διαλέξεις της, πήγε σπίτι κατάκοπη. Άνοιξε τον υπολογιστή, με ένα σωρό ηλεκτρονικά μηνύματα από φοιτητές να ρωτάνε το μακρύ και το κοντό τους. Άλλες τόσες ώρες για να απαντήσει, να διορθώσει.
«Θέε μου, πάλι δεν θα γράψω τίποτα,  με αυτούς που έμπλεξα, τι ήθελα και γύρισα.» βλασφήμησε.
Το κινητό της χτυπάει ξανά. Μήνυμα από άγνωστο αριθμό: «Σε περιμένω σήμερα.»
«Άντε πάλι αυτός! Τι ζόρι τραβάει ο κόσμος. Δεν έφτασα σαράντα χρονών για να ασχολούμαι με αινιγματικά μηνυματάκια. Και γιατί επιμένει τόσο; Άντε να πάω. Είχα πολλούς καλούς φίλους, μα λείπω χρόνια, και αν δεν τον αναγνωρίσω;» σκέφτηκε.
Ήρθε το βράδυ. Έβαλε ένα μαύρο φόρεμα και ένα μαντήλι στο λαιμό. Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε όταν έβγαλε χρήματα είναι να αλλάξει το στυλ της. Το βεστιάριο της ήταν γεμάτο με κομψά και σικάτα ρούχα.
«Θα πάω, κι ό,τι γίνει».

Έφτασε στο μαγαζί που ήταν το ραντεβού της ένα τέταρτο νωρίτερα. Κάθισε στο τραπέζι και παρήγγειλε ένα ουίσκι, με δύο παγάκια. Αφού πέρασε είκοσι λεπτά να ασχολείται με το σημειωματάριο της,  ένιωσε μια φιγούρα να τραβάει την απέναντι καρέκλα. Ύψωσε το βλέμμα της και είδε τον «άγνωστο» φίλο της από τα παλιά.
«Καλησπέρα σας» είπε χαμογελαστός.
«Δεν το πιστεύω!» αναφώνησε με έκπληξη.
Ο άνδρας έσκυψε και τη φίλησε σταυρωτά με περίσσια οικειότητα και στοργή.
«Πως μπόρεσα να μην αναγνωρίσω τη φωνή σου;» είπε αυτή.
«Σου το ‘λεγα ότι μετά από είκοσι χρόνια δεν θα έχω καμία σημασία για σένα. Δεν θα θυμάσαι, κι ας είναι το μνημονικό σου σύστημα το δυνατό σου χαρτί» απάντησε.
«Δεν άλλαξες καθόλου»
«Ε πως, έχω ασπρίσει εντελώς τώρα. Εσύ όμως, παραμένεις λαμπερή.
«Χαχα. Σιγά, δεν είμαι πια είκοσι χρονών, γέρασα κι εγώ».
«Τα μάτια σου δεν άλλαξαν όμως. Στο ‘χα πει και τότε ότι δεν θα γεράσουν ποτέ».
Αφού πέρασαν μια ώρα να μιλάνε για τα νέα τους, και ήπιαν από δύο ποτά ο καθένας, η συζήτηση άρχισε να χαλαρώνει.
«Θυμάσαι τότε; Που σε φώναζα «άνδρα του ενός εκατομμυρίου δολαρίων;»
«Nαι! Από ένα τραγούδι αυτής της Lana Del Rey που άκουγες δεν ήταν;»
«Χαχα. Κοίτα τι θυμήθηκες! Ναι, και σου έλεγα τον στίχο: έχεις κατακτήσει τον κόσμο, αλλά με τι κόστος;»
«Και τι έλεγα εγώ μετά;»
«Ότι δεν έχεις κατακτήσει τίποτα.»
«Αλήθεια είναι. Που τα θυμάσαι όλα;!Εσύ όμως τελικά είσαι η μεγάλη και η τρανή. Πως πας με τη συγγραφή, αλήθεια; Γράφεις ακόμα;»
«Ναι. Έχω πάρει και μια vintage γραφομηχανή. Χθες κατέθεσα σε έναν εκδοτικό οίκο μια συλλογή από διηγήματα. Περιμένω απάντηση. Τα πράγματα είναι πιο εύκολα για τα συγγράμματα».
«Είμαι σίγουρος ότι δεν θα απορριφθείς.»
«Υπάρχει μια ιστορία για σένα μέσα».
«Χαχα, αλήθεια; Μετά από τόσα χρόνια;»
«Ποτέ δεν σταμάτησα να γράφω για σένα. Πάντα ήσουν η μούσα μου. Άλλωστε χάρις σε εσένα κατάλαβα ότι μπορώ να γράψω».
«Βλακείες. Το ‘χες πάντα μέσα σου»
«Βλέπω παραμένεις το ίδιο κυνικός και εριστικός»
«Δεν αλλάζει ο άνθρωπος. Γιατί έγραφες για μένα; Αφού εσύ με άφησες.»
«Γιατί είχα δώσει μια υπόσχεση στον εαυτό μου. Στο ‘χα πει, σαν χθες το θυμάμαι, «δεν ξέρω αν θα γίνω ποτέ συγγραφέας, δηλαδή να καταφέρω να φτιάξω κάτι άξιο να το διαβάζει κάποιος, αλλά εύχομαι να μπορέσω να βάλλω μια αράδα λέξεις σε μια σωστή σειρά για να περιγράψω το πόσο όμορφος είσαι»
«Ναι θυμάμαι, συνέχεια το έλεγες. Αλλά ήσουν μικρή και μ’ έβλεπες όμορφο, για μένα δεν είχε καμία σημασία.»
«Ήσουν ο πιο όμορφος. Και σε βλέπω μετά από τόσα χρόνια και δεν σου κρύβω πως δεν άλλαξε αυτό. Είχα πολλούς όμορφους άνδρες στη ζωή μου, αλλά εσύ ήσουν πάντα ο πιο ωραίος».
«Υπερβολές» είπε γελώντας.
«Και δεν μου λες, εσύ που με θυμήθηκες μετά από τόσα χρόνια;»
«Έμαθα τυχαία ότι γύρισες. Και άκουγα για σένα από διάφορους, για τις επιτυχίες σου. Και είχα μεγάλη περιέργεια να μάθω νέα σου».
«Κοίτα να δεις! Πάντα θεωρούσα ότι με το που χωρίσαμε θα με ξέχναγες στο λεπτό».
«Γιατί;»
«Γιατί δεν μπορούσες να αγαπήσεις τίποτα.»
«Αυτός ίσως δεν είναι ψέματα. Αλλά περάσαμε καλά μαζί.»
«Ναι, αυτό το «καλά» ήταν το πρόβλημα, καλέ μου.»
«Τι εννοείς;»
«Γιατί νομίζεις ότι δεν γύρισα Ελλάδα;»
«Τι εννοείς»;
«Νομίζεις ότι είχα κανένα καϊλέ να μείνω κάπου αλλού πέρα από την Ελλάδα; Μπορούσα να γυρίσω μετά τις σπουδές μου, και να βρω εδώ δίκτυα αλλά δεν μπορούσα να το κάνω».
«Γιατί;»
«Γιατί ήθελα να ξεχάσω. Έπρεπε να ξεχάσω. Και ξέρεις πόσο δεν μου άρεσε να ξεχνάω. Ήθελα να διαγράψω κάθε περίπτωση να σε πετύχω κάπου έξω, να μάθω νέα σου, να σε ξαναδώ».
«Τόσο κακό σου έκανα; Αφού εσύ με άφησες.»
«Ναι κι εσύ δεν έκανες τίποτα για να με κρατήσεις. Δεν με άκουγες ποτέ. Και δεν μου έδινες χώρο. Ήσουν μεγάλο στραβόξυλο, μα εγώ σ’ αγαπούσα. Θέε μου, πόσο σε αγαπούσα. Και για αυτό έφυγα. Γιατί έπρεπε να αγαπήσω και κάποιον άλλο. Η σχέση μας ήταν τόσο ατελέσφορη που πνιγόμουν. Χρόνια ολόκληρα το πάλευα, να αφεθώ, να δεθώ, μα ήταν λες και δεν ήξερα να αγαπάω κάποιον άλλο εκτός από σένα. Ώσπου, σταμάτησα να προσπαθώ να αγαπήσω κάποιον, για την ακρίβεια δεν αγαπάω τίποτα πλέον. Δεν δίνομαι σε τίποτα. Και δεν με πληγώνει τίποτα.»
Αφού επικράτησε μια παύση περισυλλογής, ο άνδρας είπε:
«Θες να πιούμε ένα ποτό σπίτι μου;»

Πήγανε σπίτι του. Το ποτό δεν άργησε να γίνει φιλιά και χάδια. Παλιοί εραστές, παντοτινοί εραστές. Όταν κατέβασε το καλτσόν της είδε ένα μεγάλο ταττουάζ στο μπούτι της. Ήταν ένας λύκος με τριαντάφυλλα κόκκινα, λες και είναι ποτισμένα με ρανίδες αίματος, και μια λεζάντα που έλεγε: Paradisus est in terra.
«Τι είναι αυτό;» είπε σαστισμένος, γιατί κατάλαβε.
«Εσύ».
«Είσαι εντελώς ηλίθια;! Τι έκανες παιδί μου;»
«Στο έλεγα πάντα, πως τον παράδεισο μου δεν θα τον άγγιζε κανείς. Ούτε καν εσύ που βασίλευες μέσα του. Κάποτε μου χάρισες την ευτυχία, και αυτό δεν ήθελα να το λησμονήσω ποτέ. Και δεν το μετάνιωσα ποτέ. Αυτό το ταττουάζ είναι ότι μ' αρέσει περισσότερο πάνω μου».
«Εσείς οι συγγραφείς είστε για δέσιμο!» αναφώνησε , και συνέχισε να τη φιλά.


Μετά από δύο βδομάδες, δημοσιεύτηκε η συλλογή της. Έδωσε συνέντευξη σε εφημερίδα με αφορμή ένα διήγημα της, που χαρακτηρίστηκε «Η επιτομή του θρησκευτικού ρεαλισμού. Η απόδειξη του ότι ο Θεός είναι ένας ωραίος άνδρας, και αγαπήθηκε πολύ». Μόλις τελείωσε τη συνέντευξη της, έφυγε βιαστική για τη διάλεξη της. Στα μισά της ομιλίας της, άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο παλιός της εραστής. Έκατσε πίσω στο αμφιθέατρο και άκουσε το μάθημα. Όταν τελείωσε και είχαν φύγει όλοι οι φοιτητές της, την πλησίασε.
«Στο χα πει ότι θα έρθω να παρακολουθήσω μια διάλεξη σου». Της έφερε μπροστά της ένα αντίτυπο των διηγημάτων της. «Τα κατάφερες τελικά».
«Να σου γράψω μια αφιέρωση;»
Έγνεψε θετικά.
Αυτή πήρε την μαύρη πένα της και συλλογίστηκε για λίγα δεύτερα. Άρχισε να γράφει, με τις γνωστές ψιλές και περισπωμένες της.
«Δες την όταν πας σπίτι».

Όταν πήγε σπίτι του άνοιξε το βιβλίο και διάβασε: «Στον άνδρα του ενός εκατομμυρίου δολαρίων. Δεν μπόρεσα να αγαπήσω κανέναν, γιατί κανένας δεν φωταγωγούσε όπως εσύ. Να προσέχεις.»


12 Φεβ 2016

Μικρές Ιστορίες ΙV



-Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Φεβρουάριος 2016


Μικρές Ιστορίες ΙV


Part I

Η κυρία «Θα»

Της άρεσε να καπνίζει στο αμάξι όταν οδηγούσε. «Τι θα γίνει με αυτή την μαλακία, θα σκοτωθούμε», της έλεγα επιτακτικά. Γελούσε αλαζονικά και άνοιγε το παράθυρο να πάρει ο αέρας την στάχτη. Ήξερε πώς να παίζει με τον θάνατο. Δεν μάθαινε ποτέ απ’ τα λάθη της, αλέγκρα και  μονήρης, ζούσε μόνο για τις απολαύσεις τις. Δεν είχε αφήσει ούτε μια γωνία από τα αμάξι της χωρίς σημάδια. Πάντα επειδή κάπνιζε. Πάντα επειδή ήταν απρόσεχτη και μη υλίστρια αρκετά.
Με άφησε στο σπίτι δίνοντας μου ένα μεγάλο φιλί. «Θα τα πούμε» είπε. Όταν άκουγα αυτό το «θα», ήξερα ότι δεν πρόκειται να με πάρει. Είναι σαν τους καφέδες που «θα» πιούνε οι φοιτητές με άλλους φοιτητές, τα σινεμά που «θα» πηγαίναμε με φίλους ή ραντεβουδογκόμενες, τα «θα» των ερωτευμένων που κρύβουν μέσα τους ένα μικρό κομμάτι αιωνιότητας. Δεν μπορούσα να καταλάβω ποιο «θα» έκρυβαν τα λόγια της, αφού πάντα ήταν εκεί όταν την χρειαζόμουν. Μάλιστα, ήξερα ότι άφηνε όλους τους εραστές της για να περάσει χρόνο μαζί μου. Ήμουν ο κύριος επί των τιμών της. Δεν μπορούσε να αγαπήσει τίποτα. Δεν ήξερε να αγγίζει χωρίς να αφήνει σημάδια και δεν την ένοιαζε να φαίνεται «κυρία». Ήταν όμως, θεσπέσια, απαστράπτουσα με τα νυχτερινά φορέματα και πάντα φρέσκια τα πρωινά ακόμα κι όταν δεν κοιμόταν στάλα.
Την καληνύχτισα κι εγώ και της είπα πως ήθελα να κάτσει σήμερα. Μα δεν μπορούσε τα τελευταία βράδια. Δεν μου έκανε όλα μου τα χατίρια ποτέ, δεν με κακομάθαινε επίτηδες για να την ερωτευτώ λίγο παραπάνω. Συνήθως έλεγε ένα ξερό «δεν μπορώ» ή «θέλω να κοιμηθώ καλά σήμερα». Αυτή την φορά ήταν λίγο διαφορετικά. Μου κράτησε το χέρι και μου άνοιξε διακριτικά την πόρτα γελώντας. Κάτι άλλαξε ίσως. Δεν ξέρω.
Η κυρία «θα» μου, το πιο όμορφο πλάσμα που κράτησα στα χέρια μου, χάθηκε εκείνο το βράδυ σε κάποιο επαρχιακό δρόμο, με πολλή αραδιασμένη βενζίνη να φλέγεται σε μια γόπα. Ίσως την επόμενη μέρα να ήταν η μέρα που θα με έπαιρνε τηλέφωνο. Μα αυτό δεν θα το μάθω ποτέ.
Δεν ήμουν ποτέ άνθρωπος των υπέρμετρων απολαύσεων. Τις θεωρούσα όπιο, κακό μεθύσι και ένα πηγάδι που σε ρίχνει όλο και βαθύτερα αντί να σε εξυψώνει. Όχι όμως μαζί της. Ήξερε να αφήνει μετάγευση. Είναι αυτή η αίσθηση της πληρότητας και της λύτρωσης, που σε κάνει να πιστεύεις -μπορεί και εσφαλμένα βέβαια- ότι είσαι στο σωστό μέρος, την κατάλληλη στιγμή, με τον ιδανικό άνθρωπο. Η αίσθηση μιας ξένης ενέργειας να μπλέκεται μαζί με την δική σου, να τριπλασιάζεται και να σου αφήνει ένα βλακώδες χαμόγελο αγαλλίασης για μια βδομάδα. Άμα μάθεις στη μετάγευση, γίνεσαι κάτι σαν ναρκομανής. Δεν ζεις χωρίς αυτή. Δεν απολαμβάνεις τίποτα χωρίς αυτή. Και δεν μπορεί να στην δώσει ο καθένας, το καθένα κορμί, η καθεμία ψυχή που πλαγιάζεις σε καναπέδες. Kι όσες μεθαδόνες κι αν εφεύρεις, μπας και χαρείς λιγάκι τη νέα εμπειρία, δεν την αντικαθιστάς.
Και ενώ ξέρω ότι το πιο πιθανό είναι να τα πίνει και να καπνίζει με τα άλλα "κακά" παιδιά της ιστορίας σε κάποιο μπαρ με θέα τον Τάρταρο, δεν θα την συγχωρήσω ποτέ. Δεν φεύγει η μετάγευση, τίποτα δεν θα είναι ξανά απλό, τίποτα θα γρυλίζει τα βράδια σαν την κυρία "θα" μου. Και δεν θα την συγχωρήσω, γιατί δεν μου έδωσε την ευκαιρία να την απομυθοποιήσω ποτέ. Για αυτό, να οδηγείτε με προσοχή, κάποιος σας αγαπάει.



Part II

Φαύλος κύκλος άγνοιας

-Που πας; -Φεύγω
-Για πού; -Δεν ξέρω.
-Για πόσο; -Δεν ξέρω.
-Μείνε. -Δεν μπορώ.
-Γιατί; -Ζορίζομαι.


- Θα  σε φροντίσω. -Πιέζομαι.
- Θα σε μισήσω. -Θα με ξεχάσεις.
-Δεν το ξέρεις -Δεν με έχεις ανάγκη.
-Δεν το ξέρω. -Τι ξέρεις; 
-Ότι άργησα.

 -Γ(ε)ια; -Στάσου. 
-Γιατί; -Δεν ξέρω.
-Μ’ αγαπάς; -Δεν ξέρω.
-Πως θα μάθεις; -Άμα κάτσεις.
-Κι αν δεν μάθεις; -Θα πληγωθώ
-Κι αν δεν μ' αγαπάς; -Δεν το ξέρω.
-Κι αν σε πληγώσω; -Δεν θα το ξέρεις.


Part III



Σε έβλεπα που χόρευες  στο ημίφως
Για μένα, μόνο σε εμένα
Θεέ μου, πόσο σ’ αγαπούσα τότε

Εγώ δεν ξέρω να χορεύω.
Δεν ξέρω να λικνίζομαι σε αυλαίες και κόκκινα φώτα.
Ίσως φταίει το σουλούπι μου και η άχαρη θωριά μου
Ίσως πάλι να ‘μαι άμουση
 -δεν ξέρω-
Ο χρόνος θα φροντίσει και για αυτό.

Εσύ όμως, εξέπνεες μαγεία
Σαν ένας μεγάλος απλανής αστέρας φωτός
Ένας μικρός νάνος, γεμάτος ενέργεια
Λίγο πριν πεθάνει

Κι εσύ –μόνο τότε- δεν ήσουν νεκρός
Γιατί σ’ αγαπούσα 


Part IV

Είχα φυλάξει μια κλεψύδρα άμμου για μας
Απ’ αυτές που αδειάζουν αργά-αργά τα βράδια
Κάθε κόκκος και μια νύχτα
Κι έχουν περάσει κάμποσες πια.

Ένα μπαλκόνι με μια καρέκλα. Κάθομαι και ρεμβάζω τα βράδια βλέποντας τα φώτα της πόλης. Τα καλοκαιρινό αεράκι ελαφραίνει το καυσαέριο και η μυρωδιά απ’ τα φρεσκοπλυμένα μου ρούχα είναι απόλαυση. Γιασεμί και τριαντάφυλλο, το μαλακτικό. Και λίγο απ’ την κολόνια σου, που δύσκολα ξεθυμαίνει.

Θα ‘θελα να μιλήσω για τις νύχτες τις παλιές
Που δεν είχαν κωδωνοκρουσίες έρωτα
Μόνο στην απώλεια τυλίγονταν
Και δεν βρισκόσουν μέσα μου πια

Θα ‘θελα να ‘χα ένα pick-up και μια παλιά γραφομηχανή. Να ακούω ένα δίσκο της Lana Del Rey και να πατώ τα πλήκτρα σαν να ‘ναι προέκταση των δακτύλων μου. Να μην φοβάμαι τα λάθη πια, γιατί όλα σβήνονται. Η ποίηση μου να ‘χει γράμματα με κοφτές γωνίες και συμμετρικά σχήματα, σαν τη δομή του χαρακτήρα σου. Τίποτα να μην ξεφεύγει ποτέ, σαν ένα έργο τέχνης που σμιλεύτηκε με την αριστοτεχνία ολάκερης της πλάσης.

Δεν ξέρω πως θα μπορούσα να κρύψω λίγη ευτυχία μέσα σου,
Και λίγη απ’ την ομορφιά που εκπέμπεις
Κι ό,τι γράφω ανήκει στο πεπερασμένο
Ο χρόνος δεν λυπάται ποτέ στις διαγραφές.

Η γάτα μου δεν τυλίγεται ποτέ σε ξένα πόδια και αγκαλιές. Σαν κι εμένα. Ακουμπάω μόνο σε ό,τι έχω μέσα μου, βαθιά, προαιώνια, προ-υπαρξιακά. Με αγαπάνε οι καθρέφτες γιατί είναι άνθρωποι. Και εσύ είσαι ο πιο αγαπημένος μου. 




8 Φεβ 2016

Φωτογραφία

Φωτογραφία

Να σε κλειδώσω
Ήσυχα τώρα
Μια λάμψη μόνο
Μην φοβάσαι το φως

Να παίζεις με τη γάτα
Να γελάς νευρικά
Το κλείστρο δεν βιάζεται
Εσύ δεν θέλεις φίλτρα

Να σε παγιδέψω στο χρόνο
Να μη γεράσεις ποτέ
Να σε θυμάμαι όμορφο
Και για λίγο δικό μου

Έχεις ήδη φύγει
Σε βλέπω μόνο ασπρόμαυρο
Και βάζω εγώ τα χρώματα
Να μην ξεθωριάσει η αγάπη μου ποτέ




7 Φεβ 2016

Παράδεισος

-Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Φεβρουάριος 2016


Παράδεισος

Γελάω πολύ, αυτό είναι το στοιχείο μου. Γιατί είμαι στον Παράδεισο. Σ' ένα παράδεισο που τον έφτιαξα με τα ίδια μου τα χέρια. Τον είδα πολλές φορές να φλέγεται από τα πυρά της κολάσεως. Να με στενεύει, να μη μου κάνει, να μου λιγοστεύει. Αλλά όχι τώρα. Γιατί του έδωσα ζευγάρια μάτια, χόβολη να μην κρυώνει και φως να λάμπει! Δεν έχει πεδιάδες και αλάνες, έχει χέρια που ζεσταίνουν, έχει τέσσερις τοίχους ίσα να χωράνε μια χούφτα αγάπης, και μιάμιση σκιά έρωτα. Κοσμείται από γιασεμιά και αγιόκλημα τα βράδια, και ρόδα το πρωί. Πάντα ότι μπορεί να σε πληγώσει είναι πιο επικίνδυνο το πρωί. Γιατί τα σημάδια απ' τα αγκάθια φαίνονται στο φως. 

Κάθε παράδεισος θέλει κι ένα Μεγαλοδύναμο να τον ελέγχει. Τον αφήνεις να αλωνίζει ελεύθερα, να τριγυρνάει αέναα στο μικρό σου σπιτικό. Περπατάς μαζί του και του λες για τα μυστικά συστατικά της δημιουργίας του. Πόσο ζώσα ύλη ξόδεψες για να λειάνεις τις γωνίες των τοίχων, να φροντίσεις τους καρπούς του και τελικά να μπορείς να κάνεις και μια τζούρα στον θρόνο του. Γιατί έχει και θρόνο και σκήπτρο και με ένα κούνημα του μπορεί να προκαλέσει βιβλικές καταστροφές στον μικρό σου Παράδεισο. Μα τι αστείος, θα έλεγα, τι ψευδαισθήσεις δημιουργεί το να νομίζεις ότι μπορείς να ελέγξεις τα πάντα;! Και που να 'ξερε ότι είναι απλώς ένα αριστουργηματικά κομψοτεχνημένο πιόνι με δανεική δύναμη. Παρ' όλα αυτά, θα τον άφηνα να τα χαώσει όλα, για να του δείξω μόνο και μόνο ότι δεν μπορεί να αγγίξει τίποτα με ξένη ενέργεια.

 Και γελάω ειρωνικά γιατί τη χαρμολύπη της Εδέμ μου δεν την αγγίζει κανείς. Ποτέ! Κι αν έρθετε και μου πείτε: ξυπνά, αιθεροβατείς. Θα έλεγα με όλη την έπαρση που θα μπορούσε να έχει ένα γήινο ον: εγώ μωρά μου πήγα πολλές φορές κατά διαόλου και θα πάω πολλές φορές ακόμα. Γιατί σε αυτή τη ζωή, όλα τα πληρώνεις. Και τον παράδεισο μου θα τον πληρώσω πανάκριβα! Γεννήθηκα για να τον δημιουργήσω και θα τον αφήσω να με καταπιεί σαν μαύρη τρύπα. Κι αυτό μου το ορκίζομαι. Και όποιος σταθεί εμπόδιο, θα τον συνθλίψω με την ευτυχία μου. Οι άνθρωποι δεν αντέχουν την πολλή χαρά. Ιδιαίτερα αυτοί που ψάχνουν μονίμως μια λάμπα λάμψης να προσκολλήσουν. Και θα σας φυλάξω όλους μια γωνία στην άκρια του ονείρου μου, που έγινε η ζωή μου ολάκερη.