4 Μαΐ 2017

Πώς να φροντίσετε ένα γατάκι

-Κατσαμπή Στέλλα-Λουΐζα, Μάιος 2017


Πώς να φροντίσετε ένα γατάκι

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα μικρό γατάκι. Μια μέρα το γατάκι, που ήταν πολύ μικρό, αποφάσισε να φύγει από τη μαμά του και να πάει να ζήσει μόνο του. Kαθώς περπατούσε, είδε ένα άγριο ζώο που είχε μια πάρα πολύ όμορφη αυλή, και ήταν πάρα πολύ όμορφο.
«Συγγνώμη καλό μου άγριο ζώο, μήπως μπορώ να γίνω το γατάκι σου;» ρώτησε ντροπαλά.
«Εγώ δεν ξέρω να φροντίζω γατάκια, αλλά ίσως να μπορώ να σου δίνω ένα πιάτο φαί που και που» είπε το άγριο ζώο προβληματισμένο.
Το γατάκι ήταν πολύ χαρούμενο γιατί είχε κάποιον να του δίνει στέγη και φαγητό. Το άγριο ζώο όμως, το οποίο δεν ήξερε να φροντίζει γατάκια, δεν μπορούσε να συνηθίσει τον χαρακτήρα από  το μικρό γατάκι. Τα γατάκια, ξέρετε, θέλουν πολλά χάδια, είναι ζωηρά, τους αρέσουν να χουρχουρίζουν πολύ, να τρίβονται στα πόδια, και για αυτό πολλές φορές είναι θορυβώδη και θέλουν να κάνουν μασαζ με τις πατούσες τους όποιον αγαπούν. Το γατάκι, λοιπόν, επειδή αγαπούσε πολύ το άγριο ζώο, έκανε όλα τα παραπάνω. Και θαύμαζε το άγριο ζώο που ήταν μεγάλο, δυνατό και ανεξάρτητο.
Το άγριο ζώο όμως, πολλές φορές παραμελούσε το γατάκι, πήγαινε να κυνηγήσει άλλα ζώα, το άφηνε μόνο του, το μάλωνε που έκανε τόσο θόρυβο και το τρόμαζε, το κλώτσαγε «κατά λάθος» και δεν το ευχαριστούσε ποτέ που το χαλάρωνε με τις πατούσες του. Σταδιακά, το γατάκι άρχισε να νιώθει πολύ μόνο και να είναι θλιμμένο, ζήλευε που έκανε περισσότερο παρέα με άλλα ζώα και κλαψούριζε έξω από την πόρτα του άγριου ζώου μπας και του ανοίξει μια μέρα ακόμα. Το άγριο ζώο όμως δεν άνοιγε ποτέ. Και όσες προσπάθειες κι αν έκανε το μικρό γατάκι να μην ενοχλεί, να κάθεται στη γωνία του και να πιάνει όσο λιγότερο χώρο μπορούσε, τόσο περισσότερο ενοχλούνταν το άγριο ζώο.
Υπήρχαν, βέβαια, στιγμές που το άγριο ζώο ήταν πολύ καλό και το χάιδευε και το φρόντιζε με όλη του την καρδιά. Επειδή όμως, το ίδιο, δεν είχε εξημερωθεί ποτέ, δεν ήξερε πώς να φροντίζει ένα γατάκι, για αυτό και όταν το έγλειφε, κάποιες φορές το δάγκωνε ή όταν το χάιδευε το έγδερνε.  Και το γατάκι, ήταν πολύ μικρό, και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί η φροντίδα του άγριο πλάσματος πονούσε τόσο.
Μια μέρα αποφάσισε να φύγει μακριά από το άγριο πλάσμα, γιατί ήταν πολύ θυμωμένο και θλιμμένο κοντά του.
«Γεια σου άγριο ζώο μου. Υπήρχαν στιγμές που ευχόμουν να ήσουν άνθρωπος, γιατί οι άνθρωποι ξέρουν πώς να φροντίζουν τα γατάκια», έγραψε σε ένα σημείωμα και το έσκασε από το σπίτι του άγριου πλάσματος.

Το γατάκι θα περιπλανιόταν μόνο του για πέντε περίπου μήνες. Η γούνα του ήταν ξεθωριασμένη, τα μουστάκια του πεσμένα και προσπαθούσε να επιβιώσει μέσα στο κρύο. Για καλή του τύχη βρέθηκε μια μέρα ένας άνθρωπος και το περισυμάζεψε.
«Καλό μου γατάκι, τι χρειάζεσαι για να σε φροντίσω;» το ρώτησε.
«Μπορείς σε παρακαλώ να με χαϊδεύεις απαλά, να μην με ταΐζεις με αποφάγια και να με αφήνεις να κοιμάμαι στο στέρνο σου, ακόμη κι αν χουρχουρίζω;» είπε το γατάκι.
Ο άνθρωπος, λοιπόν, περιποιήθηκε το πληγωμένο γατάκι. Και το γατάκι μεγάλωσε. Και έγινε γάτα. Και δεν χρειαζόταν πια την φροντίδα του ανθρώπου. Και για αυτό από γάτα έγινε γυναίκα.
«Σε ευχαριστώ πολύ, καλέ μου άνθρωπε, που με περισυμάζεψες από το κρύο και περιποιήθηκες τις πληγές μου, δεν θα το ξεχάσω. Ήρθε η ώρα να φύγω όμως. Υπάρχει ένα άγριο πλάσμα πίσω που με περιμένει».
«Γιατί θες να γυρίσεις πίσω στο άγριο πλάσμα, εσύ δεν ήθελες έναν άνθρωπο;»
«Γιατί είναι το σπίτι μου. Ίσως να μην έχει γίνει ο άνθρωπος μου, αλλά ούτε κι εγώ είμαι πια το γατάκι του. Πρέπει να γυρίσω κοντά του για να το δω αν είναι καλά, και άμα είναι, να φύγω, όχι όμως επειδή το ‘σκασα. Να φύγω, επειδή χτύπησα το κουδούνι και δεν μου άνοιξε ή άνοιξε και  δεν θέλησε να μάθει πότε πως μπορεί να φροντίζει ένα γατάκι. Ή μια γυναίκα».
«Κι αν μείνεις άστεγη; Κι αν είσαι μόνη;» ρώτησε ο άνθρωπος.
«Δεν θα πειράζει γιατί θα 'μαι ελεύθερη»  είπε η γυναίκα-γάτα.

  


27 Απρ 2017

Μικρές Ιστορίες VII


-Κατσαμπή Στέλλα-Λουΐζα, Απρίλιος 2017


Part I

Ζαχαροπλαστική

Μισούσα πάντα την Ζαχαροπλαστική. Χρειάζεται γνώση, ακρίβεια, πειθαρχία, κυνικότητα, απλότητα, αριθμητική, χημεία, φυσική και όρια. Αν τα γραμμάρια ξεφύγουν το γλυκό δεν βγαίνει. Και δεν αναφέρομαι σε όσα φτιάχνουν οι μαμάδες μας –τα οποία είναι όλα εξαίσια-, αλλά αναφέρομαι στο κομμάτι αυτό της γαστρονομίας που λέγεται ζαχαροπλαστική.
Είναι γιατί θυμάμαι που μου έλεγαν «Η λεπτομέρεια κάνει τη διαφορά» και εγώ πάντα όλα τα έκανα στο πόδι.
Είναι γιατί θυμάμαι πως ο παρορμητισμός μου με οδηγούσε σε μια αναπόφευκτη πνευματική διάλυση, αλλά ήταν μονόδρομος.
Είναι γιατί θυμάμαι πως στο σχολείο δεν ασχολήθηκα σοβαρά με τις θετικές επιστήμες γιατί τεμπέλιαζα και φοβόμουν την αποτυχία.
Είναι γιατί πάντα όταν έπρεπε να σκέφτομαι απλά και να μιλάω λακωνικά, εγώ άπλωνα ρητορείες και αγνωμοσύνες.
Είναι γιατί όποτε έπρεπε να βάλω όρια για να προστατεύσω τον εαυτό μου, τον έπιασα να βασανίζεται σε ομόκεντρους φαύλους κύκλους οργής, ανασφάλειας, φόβου και απόρριψης.
Η ζαχαροπλαστική, λοιπόν, αναπαριστά όλα εκείνα το κομμάτια του εαυτού μου που πολλές φορές δεν βαστώ να κρατήσω.  Θυμάμαι όμως κιόλας, όταν οι μέρες μου είχαν φως, πως είχα φτιάξει τρία γλυκά, ακολουθώντας πιστά την συνταγή. Ζύγισα της μερίδες, αγόρασα τα σωστά υλικά, έκανα τη κουζίνα χάλια και την καθάρισα. Σε αυτά τα γλυκά, λοιπόν, πάνω από όλα έβαλα αγάπη, εκτός σοκολάτας, γιατί ήταν το μόνο πράγμα που μπορούσα να προσφέρω σε έναν άνθρωπο που έμοιαζε τόσο με ζαχαροπλαστική. Έχετε στ’ αλήθεια καθρεφτιστεί ποτέ σε μια σοκολατόπιτα; σε ένα κορμό με καραμελωμένα φουντούκια; σε τρουφάκια από ζαχαρούχο γάλα; έχετε καθρεφτιστεί στα μάτια ενός γλυκατζή, να σας θυμίζει πως όλες οι αδυναμίες του χαρακτήρα σας, παρά την προσπάθεια που καταβάλατε υπάρχουν σε μια μπουκιά; Μπορούσα να δω όλα αυτά τα υλικά που χρησιμοποίησα στα μάτια του, εκτός από την αγάπη.


Όσο κι αν προσπάθησα, λοιπόν, εξακολουθώ να μισώ τη ζαχαροπλαστική, γιατί με πικραίνει.

Συνταγές: 
Σοκολατόπιτα: https://akispetretzikis.com/el/categories/glyka/sokolatopita-kolash
Τρουφάκια: https://akispetretzikis.com/el/categories/glyka/troyfes-sokolatas
Κορμός: https://akispetretzikis.com/el/categories/keik-mpiskota/kormos-sokolatas-mwsaiko



Part II

Νυχτοπεταλούδα


Καθόμουν με την φίλη μου Κ. Είχε περάσει λίγος καιρός που με είχες αποχαιρετήσει. Στον υπολογιστή η Λανα ντελ Ρεϋ τραγουδούσε το Τσέλσι Χοτελ.  Ξαφνικά μπαίνει μια νυχτοπεταλούδα.
“Ψυχές είναι αυτά” λέει η Κ. Έκλαψα λίγο μέχρι να έρθει στο σαλόνι. Πάντα το κάνω, κρυφά, στο αμάξι, όταν γυρνάει κάποιος την πλάτη, φεύγουν δύο δάκρυα, και τα μαζεύω αμέσως. Μην τυχόν και με καταλάβουν. Μην τυχόν και η θλίψη γίνει εμφανής σε κάποιο μάτι αγαπημένου μου, που ουκ ολίγες φορές με έχουν δει σε φρενήρη και θρηνώδη κατάσταση. Θα μπορούσε άραγε αυτή η νυχτοπεταλούδα να ήταν η ψυχή που καλούσα απελπισμένα; Αυτή για την οποία παίζουν όλα τα τραγούδια, διαβάζονται όλα τα ποιήματα και γράφονται χιλιάδες γράμματα;
  Τώρα κοίτα μας, παλιέ μου αγαπημένε, με ρωτάς αν έχω προχωρήσει. Διάολε, δεν είμαι η συννυφάδα κανενός πρώην. Γιατί όταν απορρίφθηκα, συνέβη υπό συνθήκες εκτίμησης και αξιολόγησης της προσωπικότητας μου. Και με την χαριστική αυτή βολή σου, σκότωσες όλους μου τους ρόλους. Τον νάρκισσο μέσα μου, που δεν μπορεί να δεχτεί ότι απορρίφθηκε. Την  βασίλισσα του δράματος, που δεν θα έχει πια να τρέφεται από την αδιαφορία σου. Τη γάτα, που ήθελε μόνο μια γωνιά στο σπίτι σου, και λίγα χάδια. Πλήγωσες τα πάντα εκτός από την αυθεντικότητα μου. Το στερνό μου παραμένει όρθιο όταν σε κοιτώ, να το θαυμάζεις. Ίσως κάποια στιγμή να μπορέσω να σε ευχαριστήσω που σκότωσες την παθολογία μου. Όχι όμως τώρα, γιατί τις αγαπούσα τις περσόνες μου, όπως αγαπούσα και τις δικές σου. Τώρα που είσαι η αυθεντικότητα σου και η αυθεντικότητα μου, τώρα είναι που τα σώματα μας απομακρύνθηκαν. 
    Και σε ρωτάω, ήταν εκείνη νυχτοπεταλουδα η ψυχή σου;


Image result for night butterfly gif

Part III
Κάνεις μυστικός κήπος 

  Σου ζήτησα πάρα πολλές φορές να ανοίξεις εκείνη τη βαριά ξύλινη πόρτα, με τις γκραβούρες στις γωνίες. Έλεγες πως δεν είσαι αρκετά δυνατός για να μπεις στον κήπο με τα τριαντάφυλλα και τους μενεξεδες, και πως αν τάχα μια μέρα από περιέργεια έμπαινες θα μαγευοσουν τόσο πολύ από την ομορφιά του που δεν θα θέλες να φύγεις.
  Και τότε, συνέχισες, πως σε περίπτωση που φυσούσε τάχα κάποιο βοριαδακι και έκλεινε την πόρτα, εσύ δεν θα μπορούσες να την ανοίξεις από μέσα και οι τοίχοι θα ήταν πολύ ψηλοί για να τους σκαρφαλώσεις. Και πως δεν ήσουν σίγουρος αν με εμπιστεύοσουν ότι θα σου άνοιγα, ή θα σου έφερνα νερό και ψωμί για πάντα.
  Και σε περίπτωση που το έκανα, εσύ μετά είπες πως δεν θα ήξερες πως να φροντίζεις τα λουλούδια, πως να κλαδευεις τις τριαντάφυλλιες και πως να παίρνεις τα ξερά φύλλα από τους μενεξεδες. Και πως σιγά σιγά θα ένιωθες ανεύθυνος που αυτή η ομορφιά θα πέθαινε στα χέρια σου, και ξαφνικά, θα ένιωθες εγκλωβισμένος, να σε πνίγει το άρωμα τους και θα ένιωθες πανικό, και θα έλεγες πόσο άσχημος ήταν εν τέλει αυτός ο κήπος και πόσο κακό ήταν που στον έδειξα.
  Κι εγώ όμως σου έλεγα, με περίσσια σιγουριά πως θα σου άρεσε ο κήπος, πως δεν θα έκλεινε η πόρτα, δεν θα χρειαζόταν να φροντίσεις ότι έχτισα με τόσο κόπο και βάσανο, πως θα σου χάριζα τη νιότη μου στο να σου δίνω νερό, ψωμί και ότι άλλο μπορούσα να σου μαγειρέψω και πως θα σε άφηνα πάντα ελεύθερο να περπατάς στον κήπο χωρίς να σκέφτεσαι τα τείχη.
  Μια μέρα, λοιπόν, με πίστεψες. Μπήκες στον κήπο. Έκοψες όλους τους μενεξέδες. Κούρεψες όλες τις τριανταφυλλιές και πάτησες τα μαδημένα ρόδα με τα καρφιά των παπουτσιών σου, ζωγράφισες του τοίχους μαύρους και φεύγοντας σφράγισες την πόρτα, αφήνοντας με μέσα στον κήπο.
  Κοίταξα τριγύρω το δημιούργημα μου. Ήταν ένα νεκροταφείο λουλουδιών, με εμένα θαμμένη μαζί του. Γέλασα αυτάρεσκα, και πέρασα από την έξοδο κινδύνου στην ελευθερία. Τρέχοντας προς την μεγάλη ηλιαχτίδα σκεφτόμουν πως ότι αγαπάμε κάποια στιγμή πεθαίνει. Και ότι δημιούργησα πέθανε, έγινε από τα χέρια αυτού που αγαπούσα, όχι από τον χρόνο, όχι από ξένα βρώμικα χέρια. 
  Μπορώ να πω, πως στον επόμενο που θα αγαπήσω, δεν θα του φτιάξω τίποτα που να με δεσμεύει κοντά του. Για να μην πεθάνει η αγάπη μου πότε. 
  Φτωχοι μου μενεξεδες και τριαντάφυλλα, που πλήγωσα αμέτρητες φορές τα χέρια μου για να σας μεγαλώσω, μη σας μέλλει που χαθηκατε. Πεθάνατε νέα και όμορφα, χρωματιστά και μοσχοβολατα, δεν σας χτύπησε ο δακος μήτε οι μελιγκρες σας έφαγαν τα σπλάχνα. Φύγατε γενναία και είμαι σίγουρη πως ο παράδεισος των λουλουδιών θα σας περιμένει για να σας δώσει την ηρωική τιμή που σας αξίζει. Κι όταν μια μέρα γίνω κι εγώ χώμα, και ξεπήδησουν άγρια χορταρακια μέσα από το μαρμάρινο στασιδι, να με φροντίσετε κι εσείς, να με πάρετε κοντά σας και να με προσέχετε μην μαραθώ από το υπέρλαμπρο φως της ελευθερίας που χει ένας άγριοχορτο. Και προς θεού, μην λυπάστε αυτόν που σας έκοψε στον ανθός της νιότης σας, εκείνος δεν ήξερε πως να φροντίζει τα λουλούδια. Δεν είχε ξανά μπει σε κήπο με μενεξεδες και τριαντάφυλλα, και μάλλον δεν ήξερε και πως να αγαπάει μήτε τα λουλούδια, μήτε τα άγριοχόρτα. 



7 Απρ 2017

Aνθρωποειδή

-Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Απρίλιος 2017

Aνθρωποειδή 


Οι μάλλον αθάνατοι,
Βρίσκονται δεμένοι σε βράχια
Όρνεα τους τρών τα σωθικά
φτιάχνουν μύθο όλο βάσανα

Οι θνητοί,
Βρίσκονται δεμένοι σε καρέκλες
σε ανθρώπους "απροσώπους"
και δεν βρίσκουν λύτρωση ποτέ 

Οι ήρωες,
Πεθαίνουνε για κάτι
την υστεροφημία να προσδώσει
μα μένουν  εν τέλη αφανείς

Οι θεοί,
Γελεντοκοπούν σε αιθέρες
Χαραμίζονται σ' εταίρες
Και δεν ακούνε πια τις προσευχές

Οι μελλοθάνατοι,
Όλοι βασανισμένοι και φθαρτοί
Ημίθεοι, άνθρωποι και έκπτωτοι
αποζητούν ακόμη μια ζωή στη Γη


23 Μαρ 2017

Ανοιξιάτικη Ελλάδα

Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Μάρτιος 2017

Ανοιξιάτικη Ελλάδα


Αν ήμουν στην Ελλάδα
Θα φορούσα κοντομάνικο
Θα έβλεπα τη γάτα να λιάζεται
Θα πήγαινα σε γενέθλια αγαπημένων

Αν ήμουν στην Ελλάδα
Ο πατέρας μου θα έφερνε φράουλες
"Τις έφερα για σένα" θα έλεγε
Και θα πίναμε καφέ χωριστά

Αν ήμουν στην Ελλάδα
Δεν θα πείραζε να ‘μουν μόνη
Θα υπάρχαν άλλοι άνθρωποι
τόσοι να μιλάω ελληνικά

Αν ήμουν στην Ελλάδα
Θα έλιωνε το ψύχος εντός μου
Απ’ τα φώτα εκτός μου
Και δεν ήλπιζα σε καμία ουτοπία

Αν ήμουν στην Ελλάδα
Θα χάιδευα τη γούνα της γάτας
Θα έτρωγα τις φράουλες
Θα χαμογελούσα συχνότερα
Θα περπατούσα με φίλους

Είναι άνοιξη.
Και δεν είμαι στην Ελλάδα.

Cat, Grass, Flowers

7 Μαρ 2017

Μικρές Φινλανδικές Ιστορίες

-Κατσαμπή Στέλλα-Λουΐζα, Μάρτιος 2017

Part I

Mια Κυριακή στην Εκκλησία

Ξεκίνησα να πάω σε μια Ορθόδοξη Εκκλησία κοντά στην Εστία που μένω.  Δεν είμαι θρήσκα, δεν είμαι πιστή, δεν είμαι καν θετική έναντι των θρησκειών και δεν υποστηρίζω καμία ύπαρξη Θεού.
Μια ζωή, βέβαια, έκανα το σφάλμα να θεωρώ άλλους ανθρώπους Θεούς, κάτι το οποίο δεν αξίζει να το πιστεύεις για κάνενα. Άλλοτε, σε περιόδους βαθύτατου Ναρκισσισμού θεωρούσα πως αν δεν είναι οι άλλοι άνθρωποι Θεοί, τότε θα πρέπει να είμαι εγώ. Πάλι λάθος.
Να μην τα πολυλογώ, έφτασα στη μικρή ορθόδοξη εκκλησία. Προχώρησα μέσα, άφησα το παλτό μου στις κρεμάστρες που υπήρχαν και μπήκα στο εσωτερικό του ναού. Οι γυναίκες ήταν από την αριστερή πλευρά και οι άνδρες από την δεξιά κατά βάση, χωρίς όμως αυτό να είναι αυστηρό. Η εκκλησία ήταν πολύ λιτά διακοσμημένη με ελάχιστες τοιχογραφίες. Οι πατέρες δεν είχα μούσια, και οι ψάλτες ήσαν γυναίκες, που έψελναν στα Φινλανδικά.
 Η διαδικασία ήταν αρκετά διαφορετική.  Όλοι ήταν όρθιοι και σιγοτραγουδούσαν και μόνο εγώ ήμουν καθισμένη, γιατί αισθανόμουν κουρασμένη. Κανείς όμως, δεν γύρισε να με κοιτάξει, να με επικρίνει που δεν ακολουθώ ό,τι έκαναν οι άλλοι. Δυσκολεύτηκα στην αρχή. Πάντα όταν έμπαινα σε εκκλησίες στην Ελλάδα αισθανόμουν ότι θα πάθω αυτανάφλεξη, από τα βλέμματα, την επιφάνεια και την κακή μου σχέση με τη χριστιανική θρησκεία. Η αλήθεια είναι όμως, πως τίποτα από όλα αυτά δεν είχε σχέση με κάτι έξω από εμένα αλλά με τη δική μου προσωπική έλλειψη ταπεινότητας.
Γιατί λοιπόν εγώ, που ακούω Χριστιανισμό, Εκκλησία και Παπάδες, οδηγήθηκα σε μια Κυριακάτικη Λειτουργία; Η ανάγκη μου ήταν εσωτερική. Έπρεπε να συγχωρήσω τον εαυτό μου για τα λάθη μου, τις απροσεξίες μου, τον ναρκισσισμό μου, την  απρέπεια μου και την υποτιμητική στάση που είχα απέναντι στον εαυτό μου και κατ’ επέκταση στην ανθρωπότητα.  Έπρεπε να συγχωρήσω τον εαυτό μου για να μπορέσω να συγχωρήσω τους άλλους, για τα λάθη και τα πάθη τους, για τις επιλογές τους. Βέβαια, επαναλαμβάνω πως δεν είμαι Θεός και κανένας δεν αξίζει να πάρει την δική μου συγχώρεση σαν να ‘μουν Ένας. Για αυτό συγχωρώντας τελικά τον εαυτό μου, μπόρεσα να ευχαριστήσω όλους τους ανθρώπους που μου στάθηκαν, μου φέρθηκαν άσχημα ή απλά δεν με αγάπησαν.
Οι πρώτοι είναι οι φίλοι μου και οι γονείς μου. Οι άνθρωποι της καρδιάς μου, όπως μου αρέσει να τους λέω. Τους ευχαρίστησα γιατί κάνουν τη ζωή μου πιο χαρούμενη.
Οι δεύτεροι είναι άνθρωποι που ήρθαν και έφυγαν από τη ζωή μου, με αδίκησαν. Μαζί τους γεύτηκα την πικρία της ζωής, ότι δεν είναι τελικά και τόσο δίκαιη. Τους ευχαρίστησα γιατί χάρη σε αυτούς κατάλαβα ποιοι είναι πραγματικά δίπλα μου.
Οι τρίτοι, είναι αυτή η ιδιαίτερη κατηγορία ανθρώπων που συνάπτεις ερωτικές σχέσεις μαζί τους. Ευχαρίστησα, λοιπόν, τον πιο αγαπημένο μου όλων για τα χαμόγελα κοιτώντας με, για την ζωή πλάι του, για όλες εκείνες τις στιγμές ευδαιμονίας και αφόρητης χαράς που βίωσα. Για τα συναισθήματα που βίωσα, που ήταν μια ένεση ζωντάνιας, στο απόλυτο έρεβος της μοναξιάς μου. Αυτός, λοιπόν, που δεν με αγάπησε ποτέ, με βοήθησε να ωριμάσω γιατί εγώ (τον) αγάπησα. Άλλωστε, δεν αγάπαμε για να μας αγαπήσουν, αγαπάμε γιατί μπορούμε.
Ευχαρίστησα τον εαυτό μου, γιατί είμαι ένας άνθρωπος που μπορεί να αγαπά ανθρώπους και να αγαπιέται από αυτούς. Γιατί κάνω λάθη και μαθαίνω μέσα από αυτά, και ζω για να κάνω κι άλλα. Και αυτό δεν είναι κακό. Τίποτα δεν είναι κακό, αν δεν γίνεται από πρόθεση. Το να μην θέλεις να συγχωρείς είναι κακό, το να κρατάς θυμό είναι κακό, το να μην δέχεσαι τους άλλους όπως είναι, είναι κακό. Για σένα τον ίδιο.
Άρχισα να κλαίω από συγκίνηση. Είχα υποτιμήσει πόσο μεγάλη δύναμη έχει η άφεση αμαρτιών, η πάταξη του θυμού προς τον εαυτό σου, η συγχώρεση και η ευγνωμοσύνη. Μάλλον έπρεπε να αισθάνομαι ταπεινή συχνότερα.
Τέλος, ευχαρίστησα και τον Θεό, όποιος ήταν διαθέσιμος εκείνη τη στιγμή να δεχθεί την προσευχή μου, για την ζωή μου, η οποία είναι γεμάτη υγεία και ανθρωπιά.

Μια κυριακάτικη εκδρομή στην εκκλησία, ήταν αρκετή για να μπορέσω να αγαπήσω λίγο περισσότερο τη ζωή μου, τους ανθρώπους μου, τον εαυτό μου. Κι αυτό όχι γιατί βρισκόμουν στην εκκλησία, αλλά γιατί βρισκόμουν πιο κοντά στον εαυτό μου, ο οποίος έτυχε εκείνη τη στιγμή να είναι μέσα σε μια Εκκλησία.



Part II

Πάσχα

Πάσχα στη Φινλανδία σημαίνει:

1. Δεν θα πας Εκκλησία (έτσι κι αλλιώς δεν θα πήγαινες).
2. Δεν νηστεύεις από κρέας (νηστεύεις από το να είσαι με τους αγαπημένους σου, που είναι κι αυτό μια μορφή έθους).
3. Δεν ψήνεις (γιατί κάνει κρύο, χιονίζει και ο καιρός περνάει κρίση ταυτότητας)
 4. Δεν τρως Κυριακή του Πάσχα το καταπέτασμα (γιατί είσαι έξω από κάθε πλαίσιο παράδοσης και άμα δεν μαζευτεί όλη η οικογένεια, ακόμα και έξτρα παράπλευροι συγγενείς που ακόμη κι αν τους βλέπεις κάθε χρόνο, δεν τους θυμάσαι, δεν έχει νόημα).
Τι κάνεις;
Βρίσκεσαι πάνω από ένα τηγάνι με κιμά για παστίτσιο κλαίγοντας με αναφιλητά, γιατί έχει την ίδια γεύση με αυτόν που έφτιαχνε ο πατέρας σου.


Part III

"Σας παρακαλώ, δώστε μου ένα τσιγάρο"

Στην Φινλανδία το πακέτο με τα τσιγάρα που αγαπώ έχει γύρω στα 7€. Πριν έρθω εδώ υπήρξα συστηματική καπνίστρια. Αφού ήρθα εδώ και είδα την τιμή,  σε συνδυασμό με τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης μου με τον εαυτό μου, το έκοψα. Δεν ασχολιόμουν, δεν με ενδιέφερε, δεν είχα έθος.
Υπήρχαν στιγμές, όμως, που λύγιζα,  που θρηνούσα, που άκουγα ανελέητα τραγούδια, που θύμωνα, που λυπόμουν, που απλά ήθελα ένα τσιγάρο.
Έπιανα τον εαυτό μου να μονολογεί: "Παρακαλώ, ας βρεθεί ένας άνθρωπος να μου δώσει ένα τσιγάρο. Σας εκλιπαρώ, δώστε μου ένα τσιγάρο".

Δεν πήγα να αγοράσω την άλλη μέρα πακέτο. Δεν ζήτησα καμία τράκα από φίλους. Ήταν εκείνη μόνο η στιγμή, που ήθελα απλά ένα τσιγάρο.

2 Φεβ 2017

Τι καίει τα λ(ε)ίπη;

-Kατσαμπή Στέλλα-Λουΐζα, Φεβρουάριος 2017

Τι καίει τα λ(ε)ίπη;

Λίπη έχουν οι πίτσες, το αλκοόλ και τα γλυκά
Τρως χωρίς υπόλοιπα
Στο νεροχύτη τα κατάλοιπα
Καίγονται με καθαριστικά

Λύπη έχει το δέρμα, τα χείλη και τα χέρια
Αφέθηκαν ανέγγιχτα
Ή αγγίχτηκαν οικτρά
Καίγεται ως μελάνι σε χαρτιά

Λείπει κάτι στο προσάναμμα
Μια χόβολη κι ένα φανταχτερό πουκάμισο
Να γίνω παρανάλωμα
Μα δεν ρίχνεις λάδι στη φωτιά

Η λύπη, τα λίπη κι ό,τι λείπει
Καίγονται με λιπαντικά
Με ποίηση και ορθογραφικά
Τα φχαριστιέσαι σε μονόπρακτα

Όλα γινήκαν υγρά σωματικά
Λύπης με δάκρυα
Λίπους με ιδρώτα
Και τα λοιπά και τα λοιπά


19 Ιαν 2017

Αν-άφεση Ευθυνών

-Κατσαμπή Στέλλα-Λουΐζα, Ιανουάριος 2017

Αν-άφεση Ευθυνών

Αν ήμουν συγγραφέας
θα σου έστελνα γράμματα
Σαν να ήμουνα στο μέτωπο
Θα προσέκρουα στον τοίχο χωρίς χέρια
Και θα έβρισκα τρόπους να σου γράφω με τη γλώσσα
Ίσως αν έσπαγα μερικά κόκαλα
Να έφτιαχνα μελάνι απ’ αρτηρίες
Ποταμών κι άλλων στοιχείων που μας  χωρίζουν

Αν ήμουν ποιήτρια
θα σου έγραφα ποιήματα
Θα  τα νότιζα  στο δέρμα μου
Γραμμένα σε χαρτάκια τσιγάρων
Μια λέξη τη φορά
«Αμήν» , «Σε»,  «Αγαπώ», «Και», «Σήμερα»
«Έχει», «Μα», «Σου», «Λείπει»  «Ήλιο», «Το», «Φως»
Να τις τακτοποιήσεις
Όπως προστάζουν οι γνώσεις ελληνικής
Ή της άγνωστης γλώσσας που μιλούσα

Αν ήμουν Θεός
Θα έφτιαχνα κάθε μέρα έναν ήλιο
Να μην μείνει κανένα λουλούδι στη σκιά – και μαραθεί
Κι εγώ χωρίς βιταμίνη  D –και μαραθώ
Να ‘ναι ζεστά σαν πρωινοί εναγκαλισμοί
Να λιώσουν οι πάγοι των  Πολλών
Απ’ τη χρόνια στέρηση φωτός

Αν ήσουν εγώ
Θα διάβαζες τα γράμματα, κι όλα τα ποιήματα
Θα έπαιρνες τηλέφωνα, θα σε συγχωρούσες για τα λάθη σου
Θα έπαιρνες ένα γατάκι, θα το ονόμαζες «Γατάκι μου»
Και θα το πρόσεχες όσο ήταν αδύναμο
θα το άφηνες να ξαπλώνει πάνω σου
να μην ζηλεύει κανένα αδέσποτο παπάκι
Και θα το αγαπούσες κάθε μέρα περισσότερο
Επειδή θα το έκανες ελεύθερο
Και δεν θα το μάλωνες ποτέ
Γιατί μπορεί να το έδιωχνες
Ενώ αυτό ήθελε μόνο δικό σου να είναι.

Αν ήμουνα εσύ
Θα χρησιμοποιούσα κτητικές αντωνυμίες
αντί για δεικτικές και διδακτικές
Θα είχα ενοχές για όσα ήμουν υπεύθυνος
κι όχι για αυτά που απλά υπήρξα ανεύθυνος
Και θα σκότωνα μόνο όταν πεινούσα
Κι όχι γιατί απλά μπορούσα.

Βιταμίνη D