22 Δεκ 2014

Έκλειψη


Πάνος Κατσιαούνης


"Εδώ που μένω δεν υπάρχει ήλιος. Ή τουλάχιστον δεν τον έχω δει εγώ. Κοιμάμαι αργά, ξυπνάω αργά, για μένα η ζωή είναι μέσα στο σκοτάδι. Το νερό είναι πικρό, μυρίζει γρασίδι και χώμα. Το φαγητό δεν έχει γεύση, δεν μπορώ να νιώσω τίποτα. Το αλάτι μου ερεθίζει τον ουρανίσκο, η ζάχαρη είναι αλμυρή, το πιπέρι μοιάζει με λάσπη μέσα στο στόμα μου. Δεν μπορώ να νιώσω τίποτα.

Το μεσημέρι, θυμάμαι, κάποιο μεσημέρι, ένα από τα ελάχιστα που άνοιξα τα μάτια μου, μου προκαλεί θλίψη. Ίσως τότε να είχα αντικρίσει τον ήλιο για πρώτη φορά κι όμως το χρώμα του δεν είναι πορτοκαλί όταν δύει. Είναι μπλε. Ένα νεκρό, ήσυχο, βαθύ μπλε. Σηκώθηκα από το κρεβάτι μου και ένιωσα το φως του πάνω μου, με πάγωσε λες κι έχωσα το χέρι μου στον πάγο. Ντύθηκα με μια ρόμπα και κράτησα σφιχτά το χέρι μου μέσα στο στέρνο μου. Το κοίταξα λίγο μετά όταν ένιωθα το μούδιασμα να φεύγει. Ήταν μοβ.


Έτρεχα πάνω κάτω στο δωμάτιο για να μη με πιάσει το φως. Κι εκείνο πάντα με έβρισκε. Έμπαινε μέσα μου, με διαπερνούσε, το σώμα μου γινόταν ακτινογραφία, με μαύρες και μπλε σκιές. Ένιωθα μέσα μου το ψύχος να με μουδιάζει. Και στην αρχή μου άρεσε, μετά με έκανε να τρέμω. Και δεν ήθελα να τρέμω. Σε κάθε ακούσια κίνηση του κορμιού μου σκεφτόμουν "γιατί; γιατί το κάνω αυτό; δε θέλω να κινήσω τα χέρια μου, τα πόδια μου τα θέλω λυγισμένα, γιατί δεν μπορώ να σταματήσω να τρέμω". Όταν ξεκινούσε το τρίξιμο στο στόμα μου ένιωθα ότι θα σπάσουν τα δόντια μου και θα αρχίσω να τα φτύνω σε όλο το δωμάτιο. Κι αν έκοβα τη γλώσσα μου; Αν κατάπινα κομμάτια της; Πνιγόμουν. Ήθελα να σταματήσει.

Όταν τελικά ξυπνούσα στη μέση της ημέρας - της δικής μου μέρας, για σας νύχτα - έπαιρνα βαθιές ανάσες και προσπαθούσα να θυμηθώ πώς το σταμάτησα. Πλέον ο ήλιος - ο δικός μου ήλιος, το δικό σας φεγγάρι - με ηρεμούσε κοιτάζοντας με από ψηλά. Κι ήταν κι εκείνες οι μέρες - οι νύχτες σας - που ο δικός μου ήλιος έλειπε. Κι εκεί έτρεμα. Έβλεπα το σκοτάδι να αργοσβήνει όταν η μέρα μου τέλειωνε κι έλεγα πάλι θα περάσω αυτό το μαρτύριο. Υπομονή και θα περάσει.

Μια μέρα, ο ήλιος μου δεν είχε βγει, έψαχνα μέσα στον κατάμαυρο ουρανό να βρω ένα κομμάτι του να νιώσω λίγο ότι θα γίνουν τα πράγματα λίγο πιο υποφερτά για μένα. Ξεκίνησα τότε να μουτζουρώνω ένα χαρτί λευκό με μαύρη μπογιά. Για να το κάνω έτσι πιο ...φωτεινό. Το τσαλάκωσα και το πέταξα. Το "τικ-τακ" του ρολογιού είχε πιάσει τώρα ένα περίεργο διάλογο μαζί μου. Το κοιτούσα καθώς οι δείκτες διέσχιζαν την επιφάνεια από μαύρη λάκα. Οι αριθμοί, ασημένια ψηφία που συνόδευαν το διάλογο μας με την παρουσία τους. 

Κι ύστερα ήρθε αυτή η μουσική στα αυτιά μου. Ένα βιολί με λίγο πιάνο, μουσική που χτυπούσε τα τύμπανα μου, σιγανά στην αρχή, πιο δυνατά, απότομα άλλαξε ο ρυθμός πιο γρήγορος. Τα αυτιά μου άρχισαν να βουίζουν. Έκανα να πάρω μια βαθιά αναπνοή να ηρεμήσω και το χτύπημα στα αυτιά μου γινόταν όλο και πιο γρήγορο. Ο ιδρώτας με είχε μουσκέψει ως τις κάλτσες, ανοιγόκλεινα τα μάτια μου μήπως και πιάσω έστω την άκρη από τον ήλιο μου. Τότε το είδα, γκριζωπό και φωτεινό με τους λεκέδες πάνω του. Ηρέμησα κάπως. Είχα καθίσει για μερικά δευτερόλεπτα να μετράω αυτούς τους λεκέδες που ήταν χυμένοι στην επιφάνεια του. 

Κούρνιασα πάλι στο κρεβάτι. Ο ύπνος ήρθε λίγο αργότερα. Τα όνειρα με πήγανε σε άλλα μέρη τώρα, όπου το γρασίδι είναι ροζ και τα σύννεφα κατακόκκινα σαν το αίμα. Θα περάσει σκέφτηκα. Το συνήθισα το σκοτάδι. Θα περάσει έλεγα τώρα από μέσα μου. Ήμουν πλέον ήσυχος κάτω από την κουβέρτα. Θα περάσει... θα περάσει... έτσι γίνεται πάντα. Όλα καλά θα πάνε...

Θα περάσει.

Δεν ξέρω αν θα περάσει."

21 Δεκ 2014

Λογύδριο

Κατσαμπή Στέλλα-Λουΐζα, Δεκέμβριος 2014

Λογύδριο 


«Έλα κοντά» είπα
«Μη φοβάσαι, ξένε» είπα
«Είμαι οικοδέσποινα καλή» είπα
«Έχω σπίτι ζεστό» είπα

«Θα σε αγαπήσω» είπα
«Θα σου γλείψω τις πληγές» είπα
«Σαν τη γάτα μου θα είσαι» είπα
«Θα σε φροντίσω» είπα

«Ήρεμα πιάσε με» λέω
«Με πονάς» λέω
«Τα νύχια σου με γδέρνουν» λέω
«Τα δόντια σου με κόβουν» λέω

«Πολυλογώ τώρα» λέω
«Σε κουράζω» λέω
 «Τι λάθος κάνω» λέω
«Είμαι εγώ, μάλλον» λέω

Μίλησα πολύ
Κι εσύ δεν άκουγες

17 Δεκ 2014

Ύστατη θυσία

Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Δεκέμβριος 2014

Ύστατη θυσία

Τώρα, Φύγε
Κούμπωσε το πουκάμισό σου
Θα παγώσεις
Δεν ξέρεις από κρύο

Αξυμέρωτα, Φύγε
Χάσου στην ομίχλη
Το δρόμο κοίτα
Τρέχουν τ' αμάξια

Γρήγορα, Φύγε
Άντε να σε δω
Μη τρέχεις 
Βιαστικά περπάτα

Μόνος, Φύγε
Δεν θα σε βρω
Πρόσεχε σου λέω
Δεν θα σε σώσω

Διάολε, Φύγε
Σ’ αγαπώ
Πάρε δρόμο
Μην κοιτάς πίσω

Για μένα, Φύγε
Όχι στον Παράδεισο
Ειν’ ο Θεός εκεί
Διώξ’ τον

Κι έλα μαζί μου.














1 Δεκ 2014

Το θρύψαλο που έλειπε


Πάνος Κατσιαούνης


Εκείνο το βράδυ είχε πέσει από νωρίς στο κρεβάτι. Δεν νύσταζε, απλά δεν είχε κάτι άλλο να κάνει. Σκέφτηκε να αποκοιμηθεί με την τηλεόραση ανοιχτή αλλά τέτοια ώρα δεν είχε κανένα ενδιαφέρον πρόγραμμα. Η τηλεόραση τον κούραζε πλέον. Πολλές πληροφορίες, οι περισσότερες άχρηστες κι εκείνος ήθελε απλά να απομονωθεί σε ένα σκοτεινό δωμάτιο αγκαλιά με το μαξιλάρι του.

Ήταν λίγα λεπτά αργότερα κι ενώ είχε στριφογυρίσει αρκετές φορές στο κρεβάτι, όταν το μυαλό του έμπαινε πάλι σε εκείνους τους σκοτεινούς διαδρόμους της σκέψης, της δημιουργίας και της φαντασίας. Πάντα αισθανόταν ότι μέσα στο κεφάλι του, μια μικρή περιοχή από δαιδαλώδεις διακλαδώσεις διαδρόμων σε ένα σχηματισμό λαβύρινθου αντιπροσώπευε απόλυτα το μυαλό του και τη διαδικασία της δημιουργίας των εικόνων. Σκοτεινές γωνιές, ίσα που φαίνονταν οι γκριζωπές πόρτες από τα δωμάτια της μνήμης και της φαντασίας, ένα πάτωμα καλυμμένο με γκρι μοκέτα, λερωμένη σε διάφορα σημεία, τοίχοι από μπετόν που δεν είχαν καλυφθεί ακόμη με σοβά. Άνοιγε κάθε τόσο κάποια πόρτα, χωρίς να ξέρει τι θα συναντούσε μέσα. Εδώ και ένα μήνα όμως όλες οι πόρτες άνοιγαν γρήγορα, απότομα, απελπισμένα για να καταλήξουν σε έναν άλλο, μικρότερο λαβύρινθο. Είχε πλέον κουραστεί.


Το μυαλό του δεν κατέβαζε ιδέες. Το τέλος του ήταν η αρχή του. Ένας κύκλος σαθρός και βαρετός. Κανένα ενδιαφέρον. Οι φίλοι του έλεγαν να παρατήσει το γράψιμο και να βγει έξω, να ερωτευτεί, να γνωρίσει κόσμο. “Ποιος ερωτεύεται πλέον;” έλεγε με παράπονο στο γάτο του, πιο πολύ όμως για να τα ακούσει ο ίδιος και να καθησυχάσει την αγανάκτησή του από τη μιζέρια. Είχε καιρό να νιώσει κάτι μέσα του. Ο γάτος του ερχόταν πολλές φορές και γουργούριζε στη θέση της καρδιάς του. Έβγαζε έναν ήχο προειδοποιητικό, σαν συναγερμό, σαν να ήθελε να του πει “Δεν χτυπάει. Δεν ακούω τίποτα.”.

Εκείνο το βράδυ αποφάσισε να ανοίξει την πόρτα στο δωμάτιο μιας παλιάς ιστορίας που είχε σκεφτεί να γράψει σε βιβλίο. Μια κλασσική ιστορία αγάπης που τον είχε ενθουσιάσει όταν την έγραφε τότε στην Αυστρία. Πλέον δεν την πίστευε. Θυμόταν ότι χάζευε τις χιονισμένες κορφές των βουνών από το παράθυρο του σπιτιού του, καθώς δύο νεαροί διέσχιζαν την παιδική χαρά που βρισκόταν μπροστά του. Το χιόνι αγνό και άπατο, λευκό, απέραντο, δεν τον άφηνε να φοβάται τίποτα. Από τότε είχε να δει χιόνι. Στην Αθήνα είχε πλέον καταντήσει σπάνιο φαινόμενο.


Ακόμη και το παραμικρό τον έκανε να νοσταλγεί τη ζωή του εκεί. Είχε αποφασίσει να μην αναφέρει ξανά τίποτα και σε κανέναν για εκείνη την περίοδο της ζωής του κι όμως ακόμη και τώρα έπιανε μικροπράγματα και λεπτομέρειες να του θυμίζουν πόσο λάθος έκανε που επέστρεψε πίσω.

“Αυτοί οι άνθρωποι ερωτεύτηκαν κι έζησαν για λίγο σε μια ξένη χώρα. Σίγουρα θα γινόταν καλύτερα ταινία κι όχι βιβλίο, τι λες;” είπε στο γάτο του καθώς εκείνος έπαιρνε τη θέση του δίπλα στο χέρι του.

“Κι αν γυριζόταν εκεί, στο Λίντζ σε εκείνο το τοπικό καφέ με τις τέντες και το πλακόστρωτο...” είπε και ξαφνικά το βλέμμα του άδειασε μονομιάς. Ήξερε ότι μια άλλη πόρτα είχε μόλις ανοίξει μια ξύλινη, στο χρώμα της κερασιάς με βιτρό και σκαλισμένα στολίδια περιμετρικά. Κι όμως το γυάλινο μέρος της πόρτας δεν τον άφηνε να δει μέσα.

Εκείνο το καφέ έτυχε εκείνο το βράδυ να γίνει η αφορμή να ξεχυθούν από μέσα του όλα αυτά που νόμιζε μέχρι κι ο ίδιος ότι είχε ξεχάσει. Το μυαλό του τώρα πήγαινε αντίστροφα το φιλμ στη μηχανή προβολής των αναμνήσεων. Ένας αχνιστός καφές μπροστά στα χέρια του, ο κόσμος που καθόταν δίπλα του, η εικόνα είναι κάπως θολή, δεν είναι μόνος του. Δίπλα του ένα χέρι τον αγγίζει αλλά δεν το βλέπει. Το αισθάνεται. Άρχισε να αναρωτιέται την προέλευση αυτού του ατόμου. Ήταν άντρας ή γυναίκα; Τον ήξερε ή ήταν άγνωστη; Αναπάντητα ερωτήματα που δεν μπορούσε ούτε ο ίδιος να αναλογιστεί πόσο μακριά βρισκόταν από την πραγματικότητα.

“Ίσως το φαντάστηκα...” είπε από μέσα του και έτσι εξήγησε τις θολές εικόνες. Δεν ήταν ανάμνηση. Ήταν κάτι που είχε σκεφτεί για το βιβλίο του. Και πάλι έλεγε ψέμματα στον εαυτό του. Δεν ήταν μια απλή εικονική πραγματικότητα που ήθελε να ζήσει ο ήρωας του βιβλίου του. Ήταν η φαντασίωση που είχε κάνει στο μυαλό του λίγες ώρες πριν όταν εκείνη, ο πρώτος του έρωτας, του είχε πει “έρχομαι” σε εκείνο το τηλεφώνημα των πέντε λεπτών.

Ο τελευταίος του έρωτας. Ένιωσε μια τρομερή ντροπή απέναντι στον εαυτό του καθώς αναλογιζόταν ότι για άλλη μια φορά γινόταν υπερβολικός και δραματολάγνος. Έρωτας; Τελευταίος; Ήξερε πάντα να διαλέγει λέξεις που ακόμη και τον ίδιο θα τον έκαναν να συγκινηθεί στη θέα τους. Ο τελευταίος άνθρωπος, ο πιο πρόσφατος, παρόλο που είχαν περάσει ήδη δύο χρόνια. Και δεν ήταν ερωτευμένος. Ίσως και να ήταν. Δεν ήξερε τι να πει στον εαυτό του. Είχε υποσχεθεί ότι σε αυτόν θα ήταν τουλάχιστον ειλικρινής. Αλλά έρωτας; Ναι. Όχι. Και οι δύο απαντήσεις φαίνονταν ψεύτικες. Η πρώτη τον έκανε αφελή. Η δεύτερη εγωιστή. Πάντως ήταν ο τελευταίος άνθρωπος για τον οποίο ένιωθε πράγματα που τον τρόμαζαν. Δυνατά, παρορμητικά, καταστροφικά, ζεστά, πράγματα που τον κρατούσαν ζωντανό. Πράγματα που ήξερε ότι ήθελε να νιώθει χωρίς να τον νοιάζει αν υπήρχε νόημα.

Και τώρα ήταν πάλι άδειος. Το μυαλό του στριφογυρνούσε ανάποδα και έπαιζε όλη την ταινία της ζωής του αποσπασματικά. Τώρα περπατάνε μαζί δίπλα δίπλα κι εκείνος ψάχνει το καφέ, εκείνη νευριασμένη τσεκάρει το μακιγιάζ της στον ήλιο. Λίγο πιο πριν εκείνος της χαμογελούσε αμήχανα όταν εκείνη του έκανε περιπαιχτικά παρατήρηση ότι δεν προσφέρθηκε να κουβαλήσει τη βαλίτσα της. Και λίγο πιο πριν περιμένανε μαζί το τραμ, για να τους πάει στην πλατεία της πόλης. Αντάλλασσαν ματιές όλο υπόσχεση.

Ανασηκώθηκε για λίγο από το κρεβάτι ταράζοντας την ηρεμία του γάτου του. Ανοιγόκλεισε τα μάτια δυο τρεις φορές σαν να ήθελε να διώξει την εικόνα από τα μάτια του.

Καθόταν τώρα σε ένα από τα γκρι δωμάτια του μυαλού του και κοιτούσε στον τοίχο να σχηματίζεται μια πόρτα μπροστά του. Την έσπρωξε με το χέρι για να βγει σέρνοντας τα πόδια του στο σταθμό των τρένων. Ήταν η μέρα που είχε φτάσει. Τα βλέμματα τους συναντήθηκαν και χαμογέλασαν ταυτόχρονα σαν να είχαν κάνει μια μυστική συμφωνία από πριν. Κι αυτό το κάψιμο το ένιωθε πάλι τώρα, που ήταν στο κρεβάτι του με το γάτο του στα πόδια του. Έπιασε τον εαυτό να χαμογελάει και το σβέρκο του να παγώνει όσο η ώρα περνούσε. Ήταν χαρούμενος λες και ζούσε πάλι εκείνη τη στιγμή. Ήταν τρομοκρατημένος, γιατί δεν μπορούσε να καταλάβει πώς είχε θάψει τόσο καλά αυτή την ανάμνηση.

Σηκώθηκε από το κρεβάτι κι έστριψε δυο τσιγάρα. “Πάει πέρασε” είπε στο γάτο του λες κι εκείνος είχε ζήσει μαζί του όλο αυτό το ταξίδι στο παρελθόν, ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία. Του έλειπε. Εκείνη, το πώς ένιωθε τότε, η Αυστρία, το κρύο, η έμπνευση. Ήταν αλλιώς. Ακόμη κι αν κατά καιρούς το κρεβάτι του δε γέμιζε μόνο από την ύπαρξη του γάτου του, ακόμη κι αν η Αθήνα έμοιαζε πολύ στο Λιντζ στα μέσα του Δεκέμβρη (άλλες φορές με περισσότερη κι άλλες με λιγότερη προσπάθεια) ακόμη κι αν κατάφερνε κάπου-κάπου να γράψει πέντε λέξεις χωρίς να νιώθει ναυτία για την ανυπαρξία του ταλέντου του, πάντα ένιωθε ένα κομματάκι από μέσα του να λείπει. Λες και η ψυχή του, γυάλινη, είχε ραγίσει σε μικρά κομμάτια που κρατιόντουσαν ακόμη καλά κολλημένα μεταξύ τους. Όλα εκτός από ένα θρύψαλο, ένα τόσο δα κομματάκι στο πλάτος μιας καρφίτσας. Είχε πέσει κι είχε χαθεί από μπροστά του. Ίσως πάλι κάποιο χέρι το πήρε και το έκρυψε μακριά, όπως την εκείνη την ανάμνηση, σε κάποιο σκοτεινό δωμάτιο.

Ανάσαινε τώρα πιο αργά. Ηρέμησε, αλλά δεν κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ. Ούτε τα δύο επόμενα. Κατά διαστήματα σκεφτόταν πώς θα ήταν τα πράγματα στη ζωή του αν είχε κάνει διαφορετικές επιλογές. Λίγο μελαγχολικός, απελπιστικά ρομαντικός και κολλημένος στο παρελθόν συνέχισε να ζει τη ζωή του. Ψάχνοντας εκείνο το τόσο δα θρυψαλάκι που έλειπε. Κι η καρδιά του δεν θα σταματούσε να το αναζητά ποτέ.



30 Νοε 2014

Ψιχάλες Μοναξιάς

Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Απρίλιος 2012

Ψιχάλες μοναξιάς

Ημέρα κρύα.
Άνθρωποι μονάχοι με παγωμένες ψυχές.

"Βρέχει απόψε μοναξιά" αναφώνησε ένας φίλος.
"Έλα σ εμένα να κρυφτείς" απάντησα δίχως σκέψη.
Και κλείστικα στο σπίτι μ' ενα κρίμα στο λαιμό.
Όντως ζητούσε ο φίλος θαλπωρή
ή άσκοπα θυσ'ιασα τη δική μου μοναξιά;


Κι ο χρόνος κυλάει αμίληκτος.
Διαδέχεται τους μήνες, χαιρετά τις εποχές
 μα οι άνθρωποι μονάχοι παραμένουν
Άδειες οι καρδιές τους και βολεύονται.
Άχρωμες, άοσμες και αμελιταίες.
Μα γιατί να ναι έτσι απόρησα.
 Η βροχή θα φταίει σκέφτηκα
 ή η μοίρα των βασανισμένων αγωνιστών
που δεν δίστασαν να κατακτήσουν και να κατακτηθούν,
να νικήσουν και μετά να χαθούν.
 να πολεμήσουν αλλά να λησμονηθούν.

Προσπάθησα να καταλάβω γιατί τόση μοναξιά.
Οι καιροί, λένε, φταίνε κι η δουλειά.
Κι ο κόσμος όλος μια επιφάνεια.
 Απόμαχοι, μαχόμενοι και παρατημένοι
ερημικά πουλιά με αποδημητικές σκέψεις
Αλλά ο νόστος μακρινός φαντάζει
Για τα κέρινα φτερά τους.

Κάθε άνθρωπος με μια ιστορία.
Που έχει τη μοναξιά για κεντρικό άξωνα.
Αλλα την αγάπη και τον έρωτα για θεματολογία.




16 Νοε 2014

Το τελευταίο ταξίδι του Μάρκο Πόλο

-Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Νοέμβριος 2014 

Το τελευταίο ταξίδι του Μάρκο Πόλο

O γάτος ξεγλίστρησε από το παραθυράκι της βεράντας για τον βραδινό του περίπατο. Κάθε βράδυ έφευγε στις  δέκα και γυρνούσε ξημερώματα, ο ξενύχτης. Η συγκάτοικος του, γιατί οι γάτες δεν έχουν αφεντικά, τον χάζευε να φεύγει ρεμβάζοντας στον καναπέ και πίνοντας.
Ο κτύπος της πόρτας ανατάραξε την ησυχία του μικρού φοιτητικού σπιτιού της. Ήπιε μονορούφι το κρασί της και άνοιξε την πόρτα στον καλεσμένο της. Το ίδιο όμορφος, το ίδιο αρρενωπός, έτσι όπως μόνο όλοι οι σπουδαίοι άνδρες μπορούν να είναι. Ύστερα από τρία χρόνια γνωριμίας, ήταν λες και δεν τον είχε αγγίξει ο χρόνος. Σαν να πάγωσε το ρολόι του στα τριάντα. Τώρα πλέον, έχοντας συμπληρώσει σαράντα Απριλίους, το μόνο που τον χαρακτήριζε ήταν ένα ελαφρύ γκριζάρισμα στους κροτάφους, γεγονός που τον έκανε ακαταμάχητα γοητευτικό. Επικίνδυνη. Ναι, αυτή είναι η λέξη που περιγράφει την ομορφιά του.
Αφού αντάλλαξαν τα νέα τους, πέρασε η ώρα κι οι χρυσοί δείκτες του ρολογιού της έδειχναν μία.
«Μα που είναι ο περίφημος γάτος σου;» ρώτησε περιπαικτικά.
«Ο Μάρκο Πόλο τέτοιες ώρες λείπει, βγαίνει έξω κι ερωτεύεται. Λυπάμαι που δεν θα τον γνωρίσεις, είναι ο σύντροφος και φίλος μου. Αυτός μου παίρνει όλη την κούραση της ημέρας με τα χάδια και τους ήχους του. Και πάντα τρέμω πως θα μου γυρίσει. Είναι πολύ καλός και γλυκός, ποιος ξέρει με τι θηρία τα βάζει για μια Ελένη.» απάντησε, χαμογελώντας αμήχανα.
«Έλα μην ανησυχείς» της είπε και της χάιδεψε τρυφερά το χέρι. Εκείνο το βράδυ ήταν εκθαμβωτική. Πέρασε διακριτικά το χέρι του στα μαλλιά της, πιάνοντας τα απαλά. Λάτρευε το σκούρο μαύρο τους χρώμα και τις καλοσχηματισμένες τους μπούκλες. Συγκεκριμένα, ήθελε τόσο πολύ να πλέξει τα δάχτυλα του ανάμεσα τους, κι όχι έτσι όπως κάνουν τα παιδιά στον ύπνο τους. Αλλά έτσι όπως κάνουν οι εραστές τις στιγμές της κορύφωσης τους. Θα ήθελε πολύ να την αγγίξει παραπάνω, μα αυτός κουβαλούσε μέσα του μια Άνοιξη σαράντα χρόνων, κι αυτή μόλις που μπορούσε να ταξιδέψει μόνη κι ασυνόδευτη. Τον ερέθιζε όμως η ιδέα, ότι, τον νοιάζονταν, τον έβλεπε όμορφο και δεν μπορούσε να του αντισταθεί. Γρήγορα όμως, οι σκέψεις σβήνονταν, αποδημούσαν, σαν τα χρόνια που έφυγαν.
«Ξέρεις, ξαφνιάστηκα όταν αποδέχτηκες την πρόσκληση μου. Νόμιζα ότι δεν σε ενδιέφερε πια το να συζητάς μαζί μου» είπε εκείνη, χαμηλώνοντας το βλέμμα της.
Την αγκάλιασε γελώντας. Έτσι της έδειχνε πως την νοιάζονταν, κι ας μην της το έλεγε ποτέ. Σήκωσε τα μάτια της και ήταν σαν να έβγαζε τα ρούχα της. Σαν να μην είχε πια σάρκα, να μην ήταν άνθρωπος με ηλικία, όνομα, επάγγελμα. Ήταν εκεί, και τον κοιτούσε με τα μεγάλα καταπράσινα μάτια της, σαν να του έλεγε: Μείνε, μην φύγεις σήμερα. Δεν ήξερε αν θα ήταν ποτέ δικός της, για μια στιγμή, για ώρες ή χρόνια. Αλλά δεν την ένοιαζε, να περιμένει. Δύσκολα εγκαταλείπει ο ερωτευμένος το απαύγασμα της αγάπης του, ακόμα και δεν μπορεί να το αγγίξει. Αλλά έτσι είναι όλες οι καταδικασμένες σχέσεις. Ο έρωτας είναι μονόπλευρος, μόνο ο πόθος μοιράζεται. Για αυτό και παραμένουν τρυφερές. Λες κι ένα γιγάντιο πλαφόν έχει πέσει και ορίζει τα αγγίγματα, τα χάδια, τις νύκτες.
« Ξέρω ότι με νοιάζεσαι αλλά σου αρέσω κι όλας, κάνω λάθος; Ξέρεις τι νιώθω για σένα πολύ καλά, σκεφτόμαστε με τον ίδιο τρόπο, μην το αρνηθείς» είπε επιτακτικά, καθώς τον άφηνε από την αγκαλιά της.
«Αυτό που λες δεν έχει καμία σημασία. Σαφώς σε βρίσκω όμορφη, αλλά δεν μπορώ να κάνω κάτι για αυτό» είπε ελαφρώς ταραγμένος, μα απόλυτος, για να βγει από την δύσκολη θέση.
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του και με ένα γρήγορο σάλτο τον φιλάει καθώς ανέβηκε στα πόδια του. Του κρατούσε τα χέρια, να τον ηρεμήσει. Μα εκείνος δεν αντέδρασε. Ήταν εξοργισμένος και αναμμένος ταυτόχρονα. Πρώτη φορά λειτούργησε τόσο παθητικά, είχε μάθει να είναι ο κυνηγός.  Δεν άργησαν να προχωρήσουν στην κρεβατοκάμαρα. Ορμητικός και απειλητικός, αποφασισμένος να συνθλίψει κάθε σπιθαμή του σώματος της. Δεν ερωτεύονταν ποτέ τις ερωμένες του. Δεν του άρεσε να χάνει τον έλεγχο. Μα όσο την άγγιζε άρχισε να τρέμει. Το βλέμμα του γίνονταν καθάριο, έχανε το μυστυριό του, λες και ήταν η πρώτη του φορά. Κοίταζε στα μάτια της κι έβλεπε όλα όσα δεν τόλμησε ποτέ ο ίδιος να νιώσει.
« Καταλαβαίνεις ότι δεν θα ξαναβρεθούμε εμείς οι δυο έτσι; σχολίασε λίγο πριν ξεκινήσει η διονυσιακή τους τελετή.
« Εσύ αποφασίζεις. Άφησε, λοιπόν, το αρωμά σου πάνω μου, απίθωσε κάθε νεκρό σου κύτταρο τα σεντόνια μου. »
 Έξω από το σπίτι επικρατούσε κρύο, αέρας και βροχή. Σ' αντίθεση, με τις φλόγες των εραστών που ζέσταιναν το σπίτι. Κι αφού η οικοδέσποινα αποκοιμήθηκε, νικήτρια εστεμμένη, ερήμωσε το σπίτι. Κι ο γάτος δεν επέστρεψε εκείνο το βράδυ. Είχε ξεχάσει να ανοίξει του πορτάκι του και ο καημένος, κρύωνε πολύ, χώθηκε στις ρόδες του πρώτου αμαξιού που βρήκε και αποκοιμήθηκε.
Την επόμενη μέρα, ξύπνησε ταραγμένη από τον ύπνο της, συνειδητοποιώντας ότι ο Μάρκο Πόλο δεν κοιμόταν δίπλα της. Ξεχύθηκε αγουροξυπνημένη στους δρόμους και την πέτυχε ο φούρναρης της γειτονιάς. Του εξηγεί πως είχε η κατάσταση.
«Τον είδα χθες το βράδυ νομίζω, δίπλα από εκείνο το σπίτι με τις μπουκαμβίλιες, πάνω σε ένα αμάξι. Και κατά τα χαράματα που έβγαζα τις πρώτες φουρνιές είδα έναν  κύριο να τρέχει, να βάζει μπρος και να μαρσάρει ξεκινώντας» της είπε.
Έτρεξε και βρήκε τον χρυσαφένιο γάτο της να είναι νεκρός.  Εκείνη την στιγμή θυμήθηκε και ποιανού το αμάξι ήταν παρκαρισμένο σε εκείνη την θέση. Της είχε πει ότι πάρκαρε σε εκείνο το σημείο, γιατί όλες οι άλλες θέσεις ήταν πιασμένες. Πανικοβλημένος, λοιπόν, από την όλη βραδιά, έφυγε βιαστικός από το σπίτι της. Σαν να προσπαθούσε να ξεφύγει από τον ίδιο του τον εαυτό, από τις σκέψεις, τα λόγια, τα αισθήματα που αντάλλαξαν εκπνέοντας βαριά ο ένας στον λαιμό του άλλου. Ήταν λες και οι μαυροφορεμένες μοίρες τον ακολουθούσαν σαν σκιά από πίσω του και περίμεναν να τον τιμωρήσουν. Τρέχοντας, χώθηκε στο αμάξι του και έβαλε μπρός, ξεκινώντας με ορμή. 
Θρήνησε για μήνες τον σύντροφο της. Πλέον ήξερε ότι ο Μάρκο Πόλο της, ο μικρός της εξερευνητής είχε φύγει για το μεγαλύτερο ταξίδι του χωρίς επιστροφή. Ούτε τον εραστή της είδε ξανά, παρά μονάχα μια φορά τυχαία σε ένα ξεχασμένο κυριλέ μπαράκι, να συνοδεύει μια όμορφη νεαρή. Σταμάτησε, να σκέφτεται και τους δύο αγαπημένους, όταν μια μέρα ξέθαψε τα εφηβικά της στιχάκια: «Κι είναι καταδικασμένοι να πληρώσουν με ό,τι αγαπούν όσοι τις μοίρες  ξεγελάνε, όσοι τον χρόνο εξαπατούν με απώλειες ζωντανές τις χαρές τους τις μετράνε».


14 Νοε 2014

Ένα τσιγάρο μόνο


Πάνος Κατσιαούνης


Βάζω τις σκέψεις μου σε μια σειρά. Τραβάω εικόνες, σκόρπιες, από το πίσω μέρος του μυαλού. Άλλες θολές, άλλες ασπρόμαυρες, άλλες σπασμένες σε κομμάτια, σαν να ήθελα να ξεχάσω πολλά και παρόλα αυτά κάτι έμεινε πίσω! Κοιτάζω μπροστά μου το άδειο χαρτί κι ανυπομονώ να σε δω να διαβάζεις όλα όσα δεν κατάφερα ποτέ να σου πω...


Πίνω και παίρνω ένα τσιγάρο από το πακέτο. Το ανάβω κι ο καπνός φυσάει τις μισοσκισμένες φωτογραφίες που απέμειναν πίσω. Τι ήθελα να σου πω; Ρουφάω τον καπνό για να μπορέσω να αντλήσω τη δύναμη να στο πω... αν και δεν ξέρω τι είναι αυτό. Παίζω το τσιγάρο στο χέρι μου και φτιάχνω την ατμόσφαιρα της πρώτης μας συνάντησης. Μου είπες "γεια" και χαμογέλασες, κι αμέσως αισθάνθηκα ότι δεν είχα άλλη επιλογή από το να σε απολαύσω. Η ζέστη σου με κύκλωσε και τώρα στο γκρίζο καπνό βλέπω το πρόσωπό σου. Μου έλειψες! Αυτό θέλω να πω, αυτό κι ότι σε θέλω. Και πώς μπορώ να στο εξηγήσω ότι σε θέλω;

Νιώθω το άρωμα σου να μου γαργαλάει ευχάριστα τη μύτη, και πεθαίνω κάθε φορά που αυτή η μυρωδιά με πλησιάζει. Πυρώνω σαν την καύτρα από το τσιγάρο, που έφτασε κιόλας στα μισά. Φυσώ τον καπνό με μανία, σαν τον αέρα που είχε τότε, δίπλα στη θάλασσα. Το πρώτο φιλί... και χάθηκα για 3 δεύτερα από το πρόσωπο της γης. Τι να πεις; Ίσως κανείς δεν με ήθελε... γι αυτό και χάθηκα! Σε ξαναφίλησα, και πάλι, και πάλι και πάλι, και τόση ώρα πέρασε που ο κόσμος έγινε μικρός όπως τα βότσαλα στα πόδια σου. Το θυμάμαι. Λουσμένος στη μυρωδιά σου, έπαιζα κρυφτό με τις λέξεις για να μην σου πω ό,τι σκέφτομαι και σε τρομάξω.... Κι έπειτα έφυγα!

Και πάλι ένιωθα κάτι περίεργο στα χείλη. Και το άρωμα σου άρχισε να χάνεται...δεν το άντεχα! Κι όμως δε σε ξέχασα! Πήρα κάτι από σένα εκείνο το πρωινό, δε σε ξέχασα! Ίσως κάποια στιγμή το κάνω, αλλά όχι τώρα... Ίσως όταν θα είμαι πολύ μεγάλος για να μπορέσω να νιώσω όσα θα πρεπε...

Ζηλεύω τους δυστυχισμένους, που κλαίνε γιατί δεν έχουν αυτό που θέλουν... είμαι ένας από αυτούς τώρα... μέθυσα κι έκλαψα την ίδια στιγμή! Και το τσιγάρο τελειώνει. Και φυσώ για τελευταία φορά. Όσο κάνει να βγει ο καπνός από μέσα μου, τόσο να μείνεις για πάντα στην ψυχή μου...