"Ιστορίες σε φόντο σέπια. Αναμνήσεις μιας μακρινής ζωής, του ξένου που κάθεται δίπλα σου. Σκόρπιες μισοσκισμένες φωτογραφίες σε μια σκονισμένη σοφίτα. Ένα παλιό σεντούκι με σπασμένες μισοτελειωμένες κιμωλίες παστελ. Διάλεξε ένα χρώμα και σβήσε το σκοτάδι του μαυροπίνακα..."
Η γάτα ανακάθισε στα πόδια της
ρονρονονίζοντας, τής χάιδεψε τα αυτιά στοργικά και αυτή λικνίστηκε με περίσσια
ευχαρίστηση. . Κι αποκοιμήθηκαν και οι δυο.
Μέσα στο βράδυ αυτή ξύπνησε, και
ανακάθισε στο κρεβάτι, βλέποντας πως έλειπε η γάτα. «Μα που πήγε το παλιόγατο»
αναρωτήθηκε. Πήγε στο σαλόνι και βρήκε την γάτα να κοιτάει επίμονα τις καρέκλες
του σπιτιού, τη μια μετά την άλλη. Έπαιζε την ουρά της ανήσυχα.
«Τι έγινε βρε γατούλα, τι κοιτάς
έτσι;».
«Τις περιμένω» η γάτα αποκρίθηκε.
Παραπάτησε και κρατήθηκε από το
πόμολο της πόρτας. Δεν ήταν δυνατόν. Η γάτα της, της μίλησε. Δεν ήταν όνειρο,
ήταν πραγματικότητα. Την έβλεπε ολοζώντανη μπροστά της, μικρόσωμη και γκρι, να
την κοιτάει επιτακτικά και να της απευθύνει τον λόγο.
«Κάτσε, μην σε βρούνε στην πόρτα»
είπε η γάτα.
«Ποιες;» αποκρίθηκε αυτή
αναστατωμένη.
«Θα δεις».
Η γάτα έκανε μια γύρα στις
καρέκλες και τρίφτηκε στα πόδια τους. Η μια καρέκλα μετά την άλλη άρχισαν να
αναριγούνται, και ένα θολό σύννεφο τις σκέπασε. Δεν πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα
και εμφανίστηκαν 7 γάτες μέσα στο σαλόνι, όλες είχαν πιάσει από μια καρέκλα.
«Να σου συστήσω τις ψυχές μου»
είπε η γάτα της. «Οφηλία, Άλκηστις, Πηνελόπη, Δεισδαιμόνα, , Μαρία Μαγδαληνή, Αριάδνη,
Διδώ.»
Οι ψυχές της γάτας την χαιρέτησαν
με οικειότητα και ευχαρίστηση.
«Ο λόγος που σας κάλεσα σήμερα
κυρίες μου είναι για να συμβουλέψουμε τον άνθρωπο»
«Να με συμβουλέψετε;» διέκοψε η
κοπέλα.
«Πάψε ανόητη, μην με διακόπτεις».
Η κοπέλα κατέβασε το κεφάλι.
«Επανέρχομαι. Κυρίες μου, το
‘χουμε συζητήσει πολλές φορές γιατί οι άνθρωποι είναι βλάκες. Για την ακρίβεια
είναι τόσο βλάκες που ούτε καν υποψιάζονται την ύπαρξη μας. Τους αρέσει να
φαντασιώνονται ένα σωρό ψέματα και αηδίες για τους άλλους ανθρώπους, αλλά δεν
μπαίνουν καν στην διαδικασία να σκεφτούν τόσο πόσο υποτακτικοί μας είναι. Εμείς
οι γάτες, εκλεγμένες από το βασίλειο των ζώων, αναλαμβάνουμε να τους
εκπαιδεύουμε για το πώς πρέπει να συμπεριφέρονται στους άλλους ανθρώπους. Αλλά
όπως είπα, είναι τόσο ανόητοι που ούτε καν το καταλαβαίνουν. Κυρίες μου
παρουσιαστείτε στον άνθρωπο, γιατί είμαι σίγουρη ότι δεν έχει ιδέα ποιος είναι
ο ρόλος σας.
« Είμαι η Οφηλία. Αγαπούσα τον
Άμλετ, και με τρέλανε. Πνίγηκα σε ένα ποτάμι γεμάτο νούφαρα να στολίζουν το
άψυχο κορμί μου.»
«Είμαι η Άλκηστις. Αγαπούσα τον Άδμητο, και πέθανα για
χάρη του. Ο μύθος λέει ότι σώθηκα, αλλά παρέμενα νεκρή.
«Είμαι η Πηνελόπη. Αγαπούσα τον
Οδυσσέα. Τον καρτερούσα μια ολόκληρη ζωή. Κι όταν επέστρεψε, δεν ήταν πια αυτός
που αγαπούσα.»
«Είμαι η Δεισδαιμόνα. Αγαπούσα
τον Οθέλλο. Σκοτώθηκα από το μαχαίρι του άνδρα που αγαπούσα».
«Είμαι η Μαρία Μαγδαληνή.
Αγαπούσα τον υιό του Θεού. Δεν με προστάτεψε από την οργή των ακολούθων του.
Πέθανα σαν πόρνη»
«Είμαι η Αριάδνη. Αγαπούσα τον
Θησέα. Με παράτησε στην Νάξο, στον Διόνυσο, γιατί με βαρέθηκε.»
«Είμαι η Διδώ. Αγαπούσα τον
Αινεία. Με εκμεταλλεύτηκε και το μυαλό μου σάλεψε και έπεσα στη φωτιά».
«Δεν το ζω αυτό» αναφώνησε
σαστισμένη.
«Μα δεν καταλαβαίνεις τίποτα πια;
Είπε η γάτα και ανακούνησε τα μουστάκια της.
«Όχι, εξήγησε μου, σε παρακαλώ.
Είναι όνειρο;»
«Όχι βέβαια. Η ζωή σου ολάκερη
είναι. Οι κυρίες που βλέπεις είμαι εγώ, και κατ’ επέκταση εσύ.»
«Τι εννοείς;»
«Καλά νόμιζες ότι ο ρόλος μου εδώ
μέσα είναι για να με ταΐζεις, να με χαϊδεύεις και να αλλάζεις την άμμο μου;
Πόσο ανόητοι οι άνθρωποι, θεά Μπαστέτ μου! Ήσουν ανόητη που νόμιζες ότι
ερχόμουν να κοιμηθώ μαζί σου επειδή σ’ αγαπούσα, επειδή με φρόντιζες. Σου χουρχούριζα
για να σου δώσω ένα ξεροκόμματο, όπως κάνουμε όλοι εμείς οι αφέντες ανά τις
χιλιετίες. Εμείς οι γάτες κυριαρχούμε τον κόσμο των ανθρώπων πριν καν μας
σκεφτείτε ως οντότητες. Αλλά εσείς νομίζετε ότι είμαστε κατοικίδια. ΧΑ! Αν θες
κατοικίδιο πάρε ένα κουνέλι ή σκύλο. Εμείς ερχόμαστε στις ζωές σας για να σας
αποκαλύψουμε τα μυστήρια της φύσης σας.
«Πραγματικά δεν καταλαβαίνω».
«Να στο κάνω πιο απλό. Ήρθα σε
εσένα για να σου δείξω τον χαρακτήρα σου, και το πώς δομείς τις σχέσεις σου με
τους ανθρώπους. Χρειαζόσουν όρια και στα ‘δωσα. Χρειαζόσουν κάποιον να αγαπάς
και να φροντίζεις, και ήρθα. Είμαι εσύ. Είμαι αντικοινωνική σαν κι εσένα. Αφήνω
τους πάντες να έρθουν στον χώρο μου, αλλά κανείς δεν αγγίζει την ψυχή μου. Για
την ακρίβεια τις ψυχές μου. Οι κυρίες που βλέπεις, είναι εσύ.
«Μα αυτές είναι οι πιο τραγικές
φιγούρες της παγκόσμιας λογοτεχνίας»
«Πάλι καλά που το κατάλαβες. Μήπως
καταλαβαίνεις και τι άλλο είναι;»
«Είναι πληγωμένες από αυτόν που
αγαπούσαν».
«Χα. Εν τέλει δεν με απογοητεύεις
στο τέλος. Για άνθρωπος είσαι λίγο έξυπνη.»
«Και τι σχέση έχω εγώ με αυτές;
Είναι δυνατόν;»
«Η ίδια το είπες. Μπλέκεσαι με
ανθρώπους που σε ζορίζουν, που θες να τους φροντίζεις άνευ όρων Κι έχεις και
αυτόν εδώ, το απερίγραπτα δεσποτικό αρσενικό. Μπαίνει στον χώρο μου, με
εξοργίζει η θωριά του και η ενέργεια του, που είναι πιο επεκτατική και από τον
Χίτλερ».
«Και εγώ που κολλάω σε όλα αυτά;»
«Μα πλέον δεν βλέπεις ούτε το
ξεκάθαρο. Ζορίζεσαι, χρυσή μου, σου ξεπερνάει τα όρια, εισβάλλει στον χώρο σου
και ενοχλεί τα πάντα, όλα τα κύτταρα του κορμιού σου. Είναι λες και μαζεύεις
ενέργεια σαν σουπερ νόβα και αναμένεις την έκρηξη. Γιατί ξέρεις;»
«Φαντάζομαι έχεις την απάντηση»
«Ασφαλώς και την έχω. Έχει έρθει
σε αυτόν τον κόσμο για σένα. Γιατί τον
αγαπάς. Και όπως βλέπεις, όλες οι ψυχές σου πληγώθηκαν απ’ αυτόν που αγαπούσαν.
Εφτά ζωές πέρασες και μυαλό δεν έβαλες. Ξανά και ξανά, περιμένεις αυτόν τον ένα
που θα είναι ο καθοριστικός, ο αμετάκλητος χαμός σου. Είναι η ευκαιρία σου να επανορθώσεις. Άκουσε τες κάτι έχουν να σου πουν».
Ο: Ποτέ μην προσκυνάς.
Α:Ποτέ μην θυσιάζεσαι.
Π: Ποτέ μην περιμένεις.
Δ: Ποτέ μην εμπιστεύεσαι.
Μ: Ποτέ μην λατρεύεις.
Α: Ποτέ μην ακολουθείς.
Δ: Ποτέ μην προσδοκάς.
«Κι εσύ τι κάνεις απ’ όλα αυτά;
Τα πάντα. Τις κάλεσα εδώ σήμερα για να σου δώσω την ευκαιρία σου να αλλάξεις.
Να συσχετιστείς ουσιαστικά. Να μην μπλέκεσαι με ρήματα που σε διαλύουν. Και θα
το κάνεις. Γιατί είναι η τελευταία σου ελπίδα αυτή η ζωή, αυτή η ψυχή. Και θα
αλλάξεις, όταν θα αλλάξω. Όταν θα έρχεται στο σπίτι και δεν θα κρύβομαι κάτω
απ’ το τραπέζι, όταν δεν θα κρύβεσαι κάτω απ’ τα φανταχτερά λούσα σου και δεν
θα τρίβεσαι στα πόδια του, όταν σε κλοτσά.»
«Δεν μπορώ να τον αντιμετωπίσω.
Είναι ανίκητος».
«Μωρό μου, η δύναμη του να σε
κατασπαράσσει είναι ολότελα δική σου. Δεν μπορεί να σου κάνει τίποτα, γιατί
είσαι φτιαγμένη από χρυσάφι και φως. Είσαι τόσο μπάσταρδη σαν γάτα, που
έφτιαξες μια νέα ράτσα ολότελα καθαρόαιμη.»
Οι γάτες σάλεψαν και είπαν
ομόφωνα: Είμαστε εσύ. Κι εσύ είσαι εμείς. Όσο αδύναμη κι αν μοιάζεις, έχεις
νύχια σουβλερά και ένα μυαλό ακονισμένο. Λύτρωσε μας από τα βάσανα μιας
ολόκληρης υστεροφημίας που κουραστήκαμε να κρατάμε. Είσαι η τελευταία μας
ευκαιρία.
Ανακάθισε στην πολυθρόνα και συλλογίζονταν. Η ταύτιση
με τις πιο τραγικές φιγούρες της ερωτικής μυθολογίας. Δεν γινόταν αυτό. Όλα της
είχαν έρθει όπως ήθελε στη ζωή της. Είχε τα πάντα. Αλλά της έλειπε κάτι. Η
ουσιαστική συσχέτιση.
«Έχεις δίκιο» είπε στη γάτα της. «Δεν
έχω ανάγκη καμία αιωνιότητα στις στιγμές μου, ανήκω ολότελα κι εγώ στο
πεπερασμένο, όπως και οι άνθρωποι της καρδιάς μου. Κι αυτός μπορεί να ‘ναι
φτιαγμένος από ελεφαντόδοντο και διαμάντια, αλλά είναι δημιούργημα του Γιαχβε,
ολότελα χώμα και φωτιά. Και εγώ δεν ξέρω να φροντίζω το χώμα, μήτε να δαμάζω τη
φωτιά. Τα μικρά μου χέρια δεν είναι φτιαγμένα για να κρατάνε μεγάλα κορμιά,
μεγάλες ιστορίες, μεγάλα απωθημένα που φυλάει ο καθένας. Κι ότι έκανα πέφτει
στο νταβά. Γιατί ανήκει στον κόσμο της μυθοπλασίας κι όχι στον ωμό ρεαλισμό της
λειτουργίας των ανθρώπινων σχέσεων. Δεν γίνεται μόνο να προσέχεις, να ραγίζεις
πανοπλίες, να φροντίζεις. Όχι για πάντα και όχι για τους πάντες. Να είσαι
σίγουρη, θα φύγει. Θα χαθεί κι αυτός στην ίδια μαύρη τρύπα που τον πέταξε στη
ζωή μου. Και τότε θα αναγεννηθώ. Θα μπορώ πια, να σώσω τις αδελφές σου, να τις εξιλεώσω
για την ευκαιρία που μου έδωσαν: να μην υποκλίνομαι πια. Να μην ρουφάω άλλα δηλητήρια, να μην προσκυνώ ξένες θεότητες, παρά την δικιά μου θνητή ύπαρξη. Έτσι δεν είναι;
Σε έβλεπα που
απομακρυνόσουν σαν την τελευταία μέρα της άνοιξης
Περίλυπος και
στοχαστικός, με λίγα πρελούδια στους ώμους
Μα που πήγαινες τόσο
βιαστικά;
Από εμένα δεν
ξεμάκραινες ποτέ έτσι.
Έχω ξεχάσει πως είναι τα
κυριακάτικα πρωινά. Απ’ αυτά που κουλουριάζεσαι ανάμεσα σε λεπτά σεντόνια και
δυνατά χέρια. Όλα τα ‘χω αφιερώσει σε αγγαρείες με ποτήρια ντεπόν από
δίπλα. Redbull, καφέδες και σωροί από χαρτιά
ανεπιθύμητης εργασίας. Θυμάμαι εκείνες τις χαλαρές Κυριακές σχεδόν νοσταλγικά, που ήταν μετρημένες στα δάκτυλα
ενός χεριού, μα ήταν πάντα αρκετές για να ‘ναι όλες οι μέρες Κυριακή. Δεν
υπάρχει χρόνος πια. Ποιος μένει μέσα Σάββατο άνοιξης; Μόνο όσοι τραγουδάνε για
την Άνοιξη, εκείνη που αφήνεις πίσω τον άνθρωπο σου, σε ένα φως κάποιου
δειλινού. Δεν ξέρω πως είναι πια οι Κυριακές, με έχουν ξεχάσει.
Χυνόμουν μέσα σε ένα μαύρο πουκάμισο στις ψύχρες
Και κουμπωνόμουν μέχρι το λαιμό στα φώτα
Λαθραία αιθεροβατούσα μεταξύ Γης και Παραδείσου
Κι όλα μου τα χρόνια πήγαν στράφι.
Τα βράδια τυλίγομαι με πολλά
σκεπάσματα, κι ας είναι καλοκαίρι. Δεν υπάρχει τίποτα να με ζεστάνει. Κι όλο το
φως που έφτιαχνα με τα χέρια μου, το σκόρπισα σε ένα μπαλκόνι με θέα ένα πάρκο,
σε ζευγαράκια παράνομα ή φρέσκα, που δεν φοβούνται τις σκιές τους που γίνονται
ένα. Όλα είναι αφιλόξενα όταν είσαι μόνος, ακόμα και τα δέντρα γέρνουν αντίθετα
στο πλάι. Και το τσιγάρο σβήνει γρηγορότερα, και ανάβεις κι άλλο-κι άλλο, ώσπου
ζεσταίνεσαι απ’ τον άνθρακα, και εκρήγνυσαι σε πατώματα και πλακάκια, κάτω από
κόκκινα φώτα και σκιερές γωνίες, σαν άλλο άψυχο κουφάρι.
Δεν υπάρχει τίποτα πια εδώ για εσάς
Αυτός ο τόπος, αυτό το σώμα έχει πια στεγνώσει.
Part II
Θέλω να με διαλύσεις
σήμερα
Όταν φύγω τα χαράματα
να μην έχω σώμα
Να έχω αφήσει τα
κομμάτια μου στα ρούχα σου
Και τα κύτταρα μου στο
χαλί σου
Με κυνηγάει ο χρόνος
-μου τελειώνει-.
Aδειάζω και δεν θες να με γεμίσεις
Έχω ήδη φύγει.
Δεν μένω πια εδώ, σ’ αυτούς
τους τοίχους
Κι ό,τι έγραψα πάνω απ’
το κρεβάτι ξεθωριάζει
Δεν υπάρχω πια εδώ,
δεν είμαστε πουθενά
Κι ότι αναμνήσεις έχω
θα σβηστούν με χλωρίνη
Κάποιας Μαρίας-Ελένης;
που θα νοικιάσει μετά
Φεύγω γενικά. Και δεν
σε παίρνω μαζί
Δεν σε κουβαλάω πια
στα σεντόνια μου
Κι ούτε θα σε βλέπω στις
έναστρες νύχτες
Μετρώ αντίστροφα, και
φυραίνω
Μόνο μαζί σου έχω
μάθει να μεγαλώνω
Δεν θα με ψάξεις ποτέ σε
αυτά που γράφω –το ξέρω-
Δεν θα ξέρεις αν έγινα
η μεγάλη και τρανή που ήλπιζες
Κι ούτε θα μάθεις πως
έφυγα με το πιο επώδυνο τραίνο για το μέλλον
Θέλω σήμερα –που μπορώ-
να σε διαλύσω
Οι άκρες των δακτύλων
μου να σε πιέσουν δυνατά
Να ραγίσει κάθε
σκουριασμένο σίδερο
Να σταθείς γυμνός μπροστά
μου
Να μη φοράς την
ιπποτική σου πανοπλία
Να λάμψεις σήμερα –που
μπορείς-
Απ’ τα διαμάντια και
το ελεφαντόδοντο που φτιάχτηκες
Και να σε κλειδώσω στο
συρτάρι των παραδείσιων εραστών
Που ‘χει χώρο για έναν
Και να μην σε
ξεκλειδώσω ποτέ
Part III
Γυρίζω σπίτι
Γυρνούσα στο σπίτι
Τρία τσιγάρα στα 120km
Και με περίμενε η μαμά με τσάι περγαμόντο
Και λίγο γλυκό βύσσινο στο βάζο
Ήδη στο μυαλό μου έχω κούτες. Μεγάλα, μικρά, μεσαία άχαρα, πεθαμενατζίδικα κουτιά από σούπερμαρκετ. Μέσα μπορεί να ‘χαν γάλατα, εβαπορέ, πατατάκια, μπύρες. Τίποτα σε σχέση με αυτά που θα βάλω μέσα. Γράμματα, σημειωματάρια, βιβλία μικρά σαρκοβόρα αναμνηστικά κάτι κεράκια γενεθλίων όχι με τη δική μου ημερομηνία πάνω. Ένας νταβάς για όλα τα προσωπικά μου αντικείμενα. Και όλα τα όνειρα που εδέησα να ζήσω σε 45τμ
Είμαι ήδη σπίτι μαμά,
Δεν έχω κάτι άλλο για αυτούς τους τοίχους
Κι οι φιγούρες που σκιαγράφησα πρέπει πια να σβήσουν
Και οι νύχτες που πέρασα πρέπει πια να χαθούν
Και τώρα που δεν θα ‘χω πια τίποτα να με δένει με δαύτα τα παράγωγα της πρώτης ενηλικίωσης, θα σβήσω και τα μικρά αποφθέγματα στο προσκέφαλο του κρεβατιού μου, που τυχαία μια μέρα πρόσεξε κάποιος αγαπημένος . Τι να σου κάνει ο Bukowski και ο Zola, με τις σκιές τους και τους λόγους για να ζει κανείς. Εύχομαι να μην μείνει καμία σκιά πια σ’ αυτούς τους τοίχους, να μην βαρύνουν κανέναν νέο κάτοικο, καμία νέα κορασίδα έτοιμη να παραδοθεί στις μεγάλες βραδιές του χειμώνα, και στην πρώτη πρωινή λιακάδα του καλοκαιριού.
Κι εμείς, που δεν αγγίξαμε την αιώνια λιακάδα
Και δεν είχαμε ηλιαχτίδες να μας ξυπνάν
Δεν είμαστε άξιοι να ξαναβρεθούμε
Στους ιερούς τόπους των μεγάλων ερώτων
Άστεγη πλέον, καρτερώ ένα εισιτήριο μονής διαδρομής.
Part IV
-Τι γράφεις;
-Δεν γράφω. Παίζω με τις λέξεις.
-Ποιες λέξεις;
-Ελεφαντόδοντο, διαμάντια, ηλιόφως, σίδερο άνθρακας
και οξυγόνο.
-Τι είναι όλα αυτά;
-Υλικά κατασκευής.
-Για τι;
-Για ποιον, να ρωτάς.
Είχα γνωρίσει κάποτε
έναν άνθρωπο που ήταν φτιαγμένος από δαύτα τα στοιχεία της φύσης.
Έβλεπα να αστράφτει η θωριά
του απ’ το ελεφαντόδοντο και τα διαμάντια, που αντανακλούσαν τις αχτίδες του
ηλίου, και τον έκαναν να φωταγωγεί. Ήταν μαγευτικός, το πώς έλαμπε στα μάτια
μου. Και ξέρω εγώ, που έχω βλέμμα καθαρό και ατόφιο, ότι αυτό ήταν όλο το μέσα
του, ένας αυθεντικός πλούτος, χωρίς ίχνος φθήνιας πάνω του.
Δεν τον γνώρισα πολύ,
δεν μπόρεσα να μάθω τους θησαυρούς του, τα ‘χε όλα κρυμμένα κάτω από βαριές
στρώσεις σιδήρου. Σαν μια πανοπλία που ‘χε γίνει ένα με το δέρμα του, τόσο
βαριά που τον έκανε ολότελα δυστυχισμένο. Δεν ξέρω αν θυμάται πια τον εαυτό του
χωρίς αυτή, κι αν μπορεί να αντέξει μια μέρα χωρίς να αγγίζει το πετσί του. Και
νομίζω είχα δει κάτι ρωγμές σε μερικά σημεία, απ’ τα δικά μου λαδωμένα χέρια
ίσως, μα ήταν τόσο μικρές που δεν κατάφερνα να τον ελευθερώσουν.
Τώρα που τον βλέπω,
ίσως πάλι να ‘ναι ένας Λευκός Νάνος, ένα ουράνιο σώμα που κατασπατάλησε όλες τις
ζωοφόρους πηγές ενέργειας του, και έχει πια ένα μικρό ποσοστό ατομικής
ενέργειας που συντηρεί το φως του. Ίσως είναι έτσι, να ‘ναι ένας μεγάλος
απλανής, νεκρός αστέρας, ό,τι έχει απομείνει από ένα αυτόφωτο επουράνιο κορμί,
που μεσουρανούσε στο γαλαξία μας. Παρ’ όλα αυτά, ακόμα, παραμένει έτη φωτός
μακριά από τον πιο κοντινό μου άνθρωπο κι όση δύναμη κι αν έχασε τον κοιτάω με δέος.
Δεν ξέρω τι είναι απ’
όλα αυτά, ίσως είναι όλα αυτά μαζί. Μάλλον δεν θα το μάθω ποτέ.
Καθόταν στην γραφομηχανή της και
δακτυλογραφούσε βιαστικά, ασκώντας πίεση στα μικρά κομβία. Όταν έβρισκε χρόνο από τα ακαδημαϊκά της καθήκοντα,
ασχολιόταν με τη συγγραφή. Το τηλέφωνο διέκοψε τον ειρμό της:
-Ναι.
-Καλησπέρα.
-Ποιος είναι;
-Δεν με θυμάσαι;
-Μου ακούγεται γνώριμη η φωνή σας,
κύριε, αλλά ποιος είστε;
-Ένας φίλος από τα παλιά.
-Δεν με βοηθάτε.
-Θα θέλατε να με συναντήσετε για
να με θυμηθείτε;
-Ο χρόνος μου είναι περιορισμένος
για παιχνίδια. Ποιος είστε;
-Αύριο στις 10, στην οδό Παύλου
Μελά, έχει ένα γωνιακό καφέ-μπαρ. Θα σας περιμένω εκεί.
Το τηλέφωνο έκλεισε. Συνοφρυωμένη
από τον ανώφελο αυτό διάλογο, άναψε ένα τσιγάρο και συνέχισε να γράφει. Μα δεν
έβγαιναν οι λέξεις πια. Έσπαγε το κεφάλι της να θυμηθεί αυτή τη φωνή, που
φαινόταν τόσο οικεία. Έλειπε είκοσι χρόνια από την Ελλάδα, είχε κρατήσει
ελάχιστες επαφές και φίλους.
«Μα ποιος παλαβός είναι αυτός πάλι;
Και που βρήκε τον αριθμό μου, δεν έχει ούτε ένα μήνα που επέστρεψα στην
Ελλάδα», αναρωτήθηκε.
Την επόμενη μέρα, αφού τελείωσε
με τις διαλέξεις της, πήγε σπίτι κατάκοπη. Άνοιξε τον υπολογιστή, με ένα σωρό
ηλεκτρονικά μηνύματα από φοιτητές να ρωτάνε το μακρύ και το κοντό τους. Άλλες τόσες
ώρες για να απαντήσει, να διορθώσει.
«Θέε μου, πάλι δεν θα γράψω
τίποτα, με αυτούς που έμπλεξα, τι ήθελα
και γύρισα.» βλασφήμησε.
Το κινητό της χτυπάει ξανά.
Μήνυμα από άγνωστο αριθμό: «Σε περιμένω σήμερα.»
«Άντε πάλι αυτός! Τι ζόρι τραβάει
ο κόσμος. Δεν έφτασα σαράντα χρονών για να ασχολούμαι με αινιγματικά μηνυματάκια.
Και γιατί επιμένει τόσο; Άντε να πάω. Είχα πολλούς καλούς φίλους, μα λείπω χρόνια,
και αν δεν τον αναγνωρίσω;» σκέφτηκε.
Ήρθε το βράδυ. Έβαλε ένα μαύρο
φόρεμα και ένα μαντήλι στο λαιμό. Ένα από τα πρώτα πράγματα που έκανε όταν
έβγαλε χρήματα είναι να αλλάξει το στυλ της. Το βεστιάριο της ήταν γεμάτο με
κομψά και σικάτα ρούχα.
«Θα πάω, κι ό,τι γίνει».
Έφτασε στο μαγαζί που ήταν το
ραντεβού της ένα τέταρτο νωρίτερα. Κάθισε στο τραπέζι και παρήγγειλε ένα
ουίσκι, με δύο παγάκια. Αφού πέρασε είκοσι λεπτά να ασχολείται με το
σημειωματάριο της, ένιωσε μια φιγούρα να
τραβάει την απέναντι καρέκλα. Ύψωσε το βλέμμα της και είδε τον «άγνωστο» φίλο της
από τα παλιά.
«Καλησπέρα σας» είπε χαμογελαστός.
«Δεν το πιστεύω!» αναφώνησε με
έκπληξη.
Ο άνδρας έσκυψε και τη φίλησε
σταυρωτά με περίσσια οικειότητα και στοργή.
«Πως μπόρεσα να μην αναγνωρίσω τη
φωνή σου;» είπε αυτή.
«Σου το ‘λεγα ότι μετά από είκοσι
χρόνια δεν θα έχω καμία σημασία για σένα. Δεν θα θυμάσαι, κι ας είναι το
μνημονικό σου σύστημα το δυνατό σου χαρτί» απάντησε.
«Δεν άλλαξες καθόλου»
«Ε πως, έχω ασπρίσει εντελώς
τώρα. Εσύ όμως, παραμένεις λαμπερή.
«Χαχα. Σιγά, δεν είμαι πια είκοσι
χρονών, γέρασα κι εγώ».
«Τα μάτια σου δεν άλλαξαν όμως.
Στο ‘χα πει και τότε ότι δεν θα γεράσουν ποτέ».
Αφού πέρασαν μια ώρα να μιλάνε
για τα νέα τους, και ήπιαν από δύο ποτά ο καθένας, η συζήτηση άρχισε να
χαλαρώνει.
«Θυμάσαι τότε; Που σε φώναζα «άνδρα
του ενός εκατομμυρίου δολαρίων;»
«Nαι! Από ένα τραγούδι αυτής της Lana Del Rey που άκουγες δεν ήταν;»
«Χαχα. Κοίτα τι θυμήθηκες! Ναι, και σου έλεγα τον στίχο: έχεις κατακτήσει τον κόσμο, αλλά με τι κόστος;»
«Και τι έλεγα εγώ μετά;»
«Ότι δεν έχεις κατακτήσει τίποτα.»
«Αλήθεια είναι. Που τα θυμάσαι όλα;!Εσύ όμως τελικά είσαι η μεγάλη και η τρανή. Πως πας με τη συγγραφή, αλήθεια; Γράφεις ακόμα;»
«Ναι. Έχω πάρει και μια vintage γραφομηχανή. Χθες κατέθεσα σε έναν
εκδοτικό οίκο μια συλλογή από διηγήματα. Περιμένω απάντηση. Τα πράγματα είναι πιο
εύκολα για τα συγγράμματα».
«Είμαι σίγουρος ότι δεν θα απορριφθείς.»
«Υπάρχει μια ιστορία για σένα μέσα».
«Χαχα, αλήθεια; Μετά από τόσα
χρόνια;»
«Ποτέ δεν σταμάτησα να γράφω για
σένα. Πάντα ήσουν η μούσα μου. Άλλωστε χάρις σε εσένα κατάλαβα ότι μπορώ να
γράψω».
«Βλακείες. Το ‘χες πάντα μέσα σου»
«Βλέπω παραμένεις το ίδιο κυνικός
και εριστικός»
«Δεν αλλάζει ο άνθρωπος. Γιατί
έγραφες για μένα; Αφού εσύ με άφησες.»
«Γιατί είχα δώσει μια υπόσχεση
στον εαυτό μου. Στο ‘χα πει, σαν χθες το θυμάμαι, «δεν ξέρω αν θα γίνω ποτέ
συγγραφέας, δηλαδή να καταφέρω να φτιάξω κάτι άξιο να το διαβάζει κάποιος, αλλά
εύχομαι να μπορέσω να βάλλω μια αράδα λέξεις σε μια σωστή σειρά για να
περιγράψω το πόσο όμορφος είσαι»
«Ναι θυμάμαι, συνέχεια το έλεγες.
Αλλά ήσουν μικρή και μ’ έβλεπες όμορφο, για μένα δεν είχε καμία σημασία.»
«Ήσουν ο πιο όμορφος. Και σε
βλέπω μετά από τόσα χρόνια και δεν σου κρύβω πως δεν άλλαξε αυτό. Είχα πολλούς
όμορφους άνδρες στη ζωή μου, αλλά εσύ ήσουν πάντα ο πιο ωραίος».
«Υπερβολές» είπε γελώντας.
«Και δεν μου λες, εσύ που με θυμήθηκες
μετά από τόσα χρόνια;»
«Έμαθα τυχαία ότι γύρισες. Και
άκουγα για σένα από διάφορους, για τις επιτυχίες σου. Και είχα μεγάλη
περιέργεια να μάθω νέα σου».
«Κοίτα να δεις! Πάντα θεωρούσα
ότι με το που χωρίσαμε θα με ξέχναγες στο λεπτό».
«Γιατί;»
«Γιατί δεν μπορούσες να αγαπήσεις
τίποτα.»
«Αυτός ίσως δεν είναι ψέματα.
Αλλά περάσαμε καλά μαζί.»
«Ναι, αυτό το «καλά» ήταν το
πρόβλημα, καλέ μου.»
«Τι εννοείς;»
«Γιατί νομίζεις ότι δεν γύρισα
Ελλάδα;»
«Τι εννοείς»;
«Νομίζεις ότι είχα κανένα καϊλέ
να μείνω κάπου αλλού πέρα από την Ελλάδα; Μπορούσα να γυρίσω μετά τις σπουδές
μου, και να βρω εδώ δίκτυα αλλά δεν μπορούσα να το κάνω».
«Γιατί;»
«Γιατί ήθελα να ξεχάσω. Έπρεπε να
ξεχάσω. Και ξέρεις πόσο δεν μου άρεσε να ξεχνάω. Ήθελα να διαγράψω κάθε
περίπτωση να σε πετύχω κάπου έξω, να μάθω νέα σου, να σε ξαναδώ».
«Τόσο κακό σου έκανα; Αφού εσύ με
άφησες.»
«Ναι κι εσύ δεν έκανες τίποτα για
να με κρατήσεις. Δεν με άκουγες ποτέ. Και δεν μου έδινες χώρο. Ήσουν μεγάλο
στραβόξυλο, μα εγώ σ’ αγαπούσα. Θέε μου, πόσο σε αγαπούσα. Και για αυτό έφυγα.
Γιατί έπρεπε να αγαπήσω και κάποιον άλλο. Η σχέση μας ήταν τόσο ατελέσφορη που
πνιγόμουν. Χρόνια ολόκληρα το πάλευα, να αφεθώ, να δεθώ, μα ήταν λες και δεν
ήξερα να αγαπάω κάποιον άλλο εκτός από σένα. Ώσπου, σταμάτησα να προσπαθώ να
αγαπήσω κάποιον, για την ακρίβεια δεν αγαπάω τίποτα πλέον. Δεν δίνομαι σε τίποτα.
Και δεν με πληγώνει τίποτα.»
Αφού επικράτησε μια παύση
περισυλλογής, ο άνδρας είπε:
«Θες να πιούμε ένα ποτό σπίτι
μου;»
Πήγανε σπίτι του. Το ποτό δεν
άργησε να γίνει φιλιά και χάδια. Παλιοί εραστές, παντοτινοί εραστές. Όταν
κατέβασε το καλτσόν της είδε ένα μεγάλο ταττουάζ στο μπούτι της. Ήταν ένας λύκος
με τριαντάφυλλα κόκκινα, λες και είναι ποτισμένα με ρανίδες αίματος, και μια
λεζάντα που έλεγε: Paradisusestinterra.
«Τι είναι αυτό;» είπε σαστισμένος, γιατί κατάλαβε.
«Εσύ».
«Είσαι εντελώς ηλίθια;! Τι έκανες παιδί μου;»
«Στο έλεγα πάντα, πως τον παράδεισο μου δεν θα τον άγγιζε κανείς. Ούτε καν εσύ που βασίλευες μέσα του. Κάποτε μου χάρισες την ευτυχία, και αυτό δεν ήθελα να το λησμονήσω ποτέ. Και δεν το μετάνιωσα ποτέ. Αυτό το ταττουάζ είναι ότι μ' αρέσει περισσότερο πάνω μου».
«Εσείς οι συγγραφείς είστε για δέσιμο!» αναφώνησε , και συνέχισε να τη φιλά.
Μετά από δύο βδομάδες,
δημοσιεύτηκε η συλλογή της. Έδωσε συνέντευξη σε εφημερίδα με αφορμή ένα διήγημα
της, που χαρακτηρίστηκε «Η επιτομή του θρησκευτικού ρεαλισμού. Η απόδειξη του
ότι ο Θεός είναι ένας ωραίος άνδρας, και αγαπήθηκε πολύ». Μόλις τελείωσε τη συνέντευξη της,
έφυγε βιαστική για τη διάλεξη της. Στα μισά της ομιλίας της, άνοιξε η πόρτα και
μπήκε ο παλιός της εραστής. Έκατσε πίσω στο αμφιθέατρο και άκουσε το μάθημα.
Όταν τελείωσε και είχαν φύγει όλοι οι φοιτητές της, την πλησίασε.
«Στο χα πει ότι θα έρθω να
παρακολουθήσω μια διάλεξη σου». Της έφερε μπροστά της ένα αντίτυπο των
διηγημάτων της. «Τα κατάφερες τελικά».
«Να σου γράψω μια αφιέρωση;»
Έγνεψε θετικά.
Αυτή πήρε την μαύρη πένα της και
συλλογίστηκε για λίγα δεύτερα. Άρχισε να γράφει, με τις γνωστές ψιλές και
περισπωμένες της.
«Δες την όταν πας σπίτι».
Όταν πήγε σπίτι του άνοιξε το
βιβλίο και διάβασε: «Στον άνδρα του ενός εκατομμυρίου
δολαρίων. Δεν μπόρεσα να αγαπήσω κανέναν, γιατί κανένας δεν φωταγωγούσε όπως εσύ.
Να προσέχεις.»