23 Δεκ 2015

Βραδινή συζήτηση σε μπαρ

-Στέλλα- Λουΐζα Κατσαμπή, Δεκέμβριος 2015

Βραδινή συζήτηση σε μπαρ


-«Μα πως μοιράζεις την αγάπη στα δύο» με ρώτησε μια φίλη που ‘χε να με δει καιρό, σε ένα ήσυχο μπαρ του κέντρου.

Γέλασα αυτάρεσκα τόσο δυνατά που τραντάχτηκε το τραπέζι από την ένταση. «Μωρό μου, δεν μοιράζω καμία αγάπη, γιατί η αγάπη δεν είναι κάτι συγκεκριμένο και αναλώσιμο, να το σπας στα δύο. Μπορείς να μοιράσεις την μοναξιά ή την λύπη, να την διασπάσεις σε τεταρτημόρια, να μετριέται σε πεντόκιλα ή τεμάχια; Δεν νομίζω. 
-«Ναι αλλά λες ότι αγαπάς δύο άνδρες ταυτόχρονα, γίνεται αυτό».
Άναψα τσιγάρο, και πήρα το κλασικό ύφος που έχω όταν θέλω να μιλήσω αναλυτικά. Έγινα ξύλινη και  τα μάτια μου άδειασαν από κάθε ζεστασιά. 
-«Δεν αγαπάω δύο άνδρες. Είναι στην ουσία δύο όψεις ενός νομίσματος»
-«Σαν πολύ Σουηδικά δεν μας τα λες;!»
-«Να εξηγηθώ. Θα έπρεπε να τους ήξερες για να καταλάβεις. Βλέπεις τον ένα τρυφερό, συναισθηματικό και ευαίσθητο, τον άλλο ορμητικό, βάναυσο και εγωπαθή. Ο ένας τόσο ανθρώπινος, απτός και άλλος τόσο θεϊκός και άυλος. Ο ένας θέλει να σου κάνει έρωτα, να σε λατρέψει κι ο άλλος να σε πηδήξει συνθλίβοντας σε. Και οι δύο, όμως, μοιράζουν τον ίδιο πόθο και ηδονή, ο τρόπος είναι αυτός που αλλάζει. Εξάλλου είναι σε άρρηκτη σύνδεση. Αν δεν υπήρχε ο ένας δεν θα υπήρχε ο άλλος. Αν δεν σκλήρυνα δεν θα μπορούσα να μαλακώσω απ την αβρότητα, και αν δεν δεχόμουν την αβρότητα δεν θα διεκδικούσα την υπέρτατη φαντασίωση μου. Κι αν τους δεις πως κινούνται εναντίον μου θα έβλεπες το κοινό τους σημάδι: λαγνεία. Αρχαίο, πρωτόγονο, βιβλικό συναίσθημα. Και έχει το βίωμα τις αμαρτίας και της λύτρωσης, σαν όλα τα κοινωνικά κατασκευάσματα που μας μάθανε από μικρούς. Κάτι τέτοιο είναι και η αγάπη, που λες. Κοίτα την λοιπόν, πως είναι απ την μάνα, πως είναι απ’ τον πατέρα, απ’ τους φίλους, απ τα ζώα. Ποτέ δεν είναι ίδια, ποτέ δεν μοιράζεται το ίδιο.
-«Τι κερδίζεις με όλα αυτά δεν μπορώ να καταλάβω. Όλοι θέλουμε να ανήκουμε κάπου, όσο κι αν θέλουμε να ξεχωρίζουμε»
-«Κατάφερα να κάνω τη ζωή μου ένα έργο τέχνης. Βλέπεις όλες αυτές τις ταινίες, τις Στάρλετ, τα μεγάλα φώτα και λες δεν γίνονται αυτά. Τα μοιραία πάθη, τα μοιραία λάθη. Κι όμως, τολμώ και μακαρίζω τον εαυτό μου ότι ζω την ζωή που ονειρεύτηκα, όπως την ονειρεύτηκα. Και διαθέτω αρκετό κυνισμό για να ξέρω πως δεν θα διαρκέσει ούτε μέχρις αύριο, αλλά καθόλου δεν με νοιάζει. ΄Η ακόμη, μπορεί απλά να είμαι ένα νυμφίδιο που ο υπέρμετρος ναρκισσισμός και ερωτισμός του, το φλομώνει συνεχώς με καλλιτεχνικές φανφάρες για να δικαιολογηθεί. Και ξέρω, ότι η αγάπη μου, δεν είναι αγάπη στα μάτια των άλλων, μα δεν χρειάζεται να είναι. Εγώ ανήκω και στους δυο, χωρίς όμως να είμαι δική τους. Η αφοσίωση μου, η λατρεία μου μπορεί και απομονώνεται, αλλά όχι να διασπάται. Κι αυτό είναι που τους καθιστά στα μάτια μου εξίσου σημαντικούς και ολότελα άνδρες της καρδιάς μου. Και δεν ξέρω αν γίνομαι μισητή ή άξια φθόνου για τον κόσμο. Αλλά θα έπρεπε, γιατί αυτό που έχω δεν είναι τίποτα λιγότερο από αυτό που ευχήθηκα να έχω. Και είμαι ευτυχισμένη, γιατί μοιράζω την ψυχή μου σε λέξεις, σε βλέμματα, σε μουσική. Αχόρταγα και ακόρεστα, όσο το πάθος μου για αυτούς.

-«Δεν θα σε καταλάβω ποτέ. Μα δεν χρειάζεται. Γιατί είσαι εσύ. Και πάντα θα είσαι εσύ. Η εσύ μου, η αγαπημένη μου εσύ.»

19 Νοε 2015

Τα ρούχα

Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Νοέμβρις 2015

Τα ρούχα


Άνοιξα την πόρτα του βεστιαρίου
Αριστερά φορέματα
Δεξιά πουκάμισα
Στο κέντρο ασιδέρωτα

Βάλθηκα να τα δοκιμάζω στο καθρέφτη
Ένα εφαρμοστό φόρεμα απόρριψης
Τονίζει πολύ ωραία τα όρη της θωριάς μου
Πέτα το.  Είναι μουντό για τις λιακάδες

Πήρα ένα πουκάμισο χακί
Έχεις πολλές αποχρώσεις ο φθόνος
Τόσες που μπορεί και σε γελά 
Με στενεύει το σουλούπι, ας το καλύτερα

Κάτι τσαλακωμένο ξεπροβάλλει απ’ τον σωρό
Μια μπλούζα της μαμάς
Ανάμνηση μιας άλλης εφηβείας
Με παχαίνει, με μικραίνει, με χαλνά

Μια ντουλάπα γεμάτη σαβούρα κι ακάρεα
Στολίδια, μπιζού και κεντητά
Μια πλάνη όταν έχω συντροφιά
Μια γύμνια όταν με φροντίζει η μοναξιά


9 Οκτ 2015

Οι λέξεις

Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Οκτώβριος 2015
Οι λέξεις

Πάντα φοβόμουν τις λέξεις
Ξέρουν να φωλιάζουν στα κρυφά
Σε τσέπες και κουμπιά από πανωφόρια
Δεν μπορείς ποτέ ν' απαλλαγείς

Κάποιες είναι στερημένες
Έχουν ένα άλφα τολμηρό
Άκαρδες, απροσπέλαστες και αμέτρητες
Εγκαθιδρύουν την άρνηση

Καλλωπίζονται κι όλας
Μα όσους τόνους κι αν βάλεις
Δεν ομορφαίνουν οι λέξεις
Μόνο σε οδηγούνε στην υποταγή

Αυτά τα τεταρτημόρια της σκέψης
Σε κατακλύζουν με χρώματα
Σε λιθοβολούν μ’ αισθήματα
Και σε τρώνε μια ολόκληρη ζωή



3 Οκτ 2015

Αγοράζω Έρωτες

Πάνος Κατσιαούνης

Ντυμένος στην τρίχα,
μέσα στο γκρι σακάκι μου,
"Καλημέρες" και ψεύτικα χαμόγελα.
Τσαλακώνω δέκα ψυχές
και τις στοιβάζω σε μια τσάντα δερμάτινη, κλειδωμένη
γιατί οι φωνές που ακούγονται δε λένε τίποτα.
Μόνο λόγια που κανείς δε πιστεύει πια.
Φωνές που τώρα τις ακούω σαν χιόνια 
σε άγνωστες συχνότητες ενός παλιού ραδιοφώνου.

Αγοράζω Έρωτες,
μικρούς, μεγάλους, 
με πάθη, λάθη και σωστά, 
αδιάφορους Έρωτες, 
ανομολόγητους, 
ξεχασμένους, 
ομόφυλους, πλατωνικούς.
Έρωτες που φιλήθηκαν σταυρωτά με το διάβολο 
κι άλλους που τους χώρισε η απόσταση του Παραδείσου.
Έρωτες με φτερά, 
λίγους επίγειους 
πλέον αυτοί δεν πιάνουν τίποτα,
ούτε σε ασήμι, ούτε σε χρυσό.
Περισσότερους ενοχικούς.
Ψυχές με τύψεις, 
είχαν θανατηφόρο ενδιαφέρον
σχεδόν από πάντα.
Συλλέγω ζωή, αναμνήσεις
παιχνίδια κάτω από το πάπλωμα,
υποσχέσεις και λόγια λίγο πριν το ξημέρωμα.
Στριμώχνω γυμνά κορμιά γεμάτα προσδοκίες
και άδεια σώματα ντυμένα με μάσκες,
όλα μαζί, μέσα σε ακάθαρτα σεντόνια
γεμάτα σπέρμα, αίμα και σάλια.

Ο κόσμος εδώ δεν λαχτάρησε ποτέ 
τους Έρωτες του.
Αγοράζω ό,τι δεν έμαθαν ποτέ να εκτιμούν.

Κι εγώ;
Τι κάνω τώρα εδώ
με όλα αυτά τα βάσανα των άλλων;
Πουλάω την ψυχή μου για λίγη προσοχή.
Μια όμορφη ήττα.





11 Σεπ 2015

Προσπελάσιμος

-Στέλλα - Λουΐζα Κατσαμπή, Σεπτέμβριος 2015

Προσπελάσιμος


Να σ' αγγίξω;
Κι ας χαθεί το χάδι στ' άπειρο
Για την αιώνια στιγμή παλεύουμε όλοι

Το άβατο σου βεβηλώθηκε
Δεν είσαι πια ‘κείνο τ’ όνειρο με στέμμα
Φύγε από μέσα μου πια 

Πάρε μια χούφτα ζεστασιά
Κι ας θολώνουν το τζάμι τα χνώτα
Δεν θα σου λιώσω τα φτερά

Πάρε τα μαλλιά μου
Να μυρίσεις λίγο ανθρωπιά
Τα δικά σου βάφτηκαν στ’ ασήμι

Δεν σε θυμάμαι πια στο φως 
Κι αντάλλαξα όλα μου τα παιχνίδια 
Για έναν έρωτα που με βαραίνει πια.







30 Αυγ 2015

(Αν)αμνησίες...

Πάνος Κατσιαούνης

Δεν θυμάμαι εκείνες τις στιγμές
μόνο αμυδρά, 
μέσα από λινές κουρτίνες μία δέσμη φωτός,
όξινες στιγμές, 
με έκαιγαν, 
όλη η σάρκα μου πονούσε,
με κρατούσες και μέρα με τη μέρα διαλυόμουν,
πληγές που έσταζαν φρέσκο σιρόπι βύσσινο.

Αναλαμπές.
Μία λάμψη.
Τα φώτα του λεωφορείου που είχες πάρει.
Έφευγες ή ερχόσουν;
Ένα χαμόγελο.
Χαίρεσαι που με βλέπεις ή προσπαθείς να κρύψεις τη θλίψη σου;
Δύο μάτια καστανά.
Εμένα κοιτάζουν ή πίσω από μένα;
Δε σε ξέρω κι όμως κάτι αρχίζω να θυμάμαι.

Ο κόσμος με κοιτάζει σαν να έχω κάνει κάτι κακό.
Πληρώνω το έγκλημα του "δε θυμάμαι".
Όλοι δείχνουν να σε ξέρουν.
Γελάνε με τα αστεία σου.
Φλερτάρουν,
παίζουν μαζί σου,
σε αγκαλιάζουν.
Όμως εγώ δε σε θυμάμαι.

Με βρίζουν, 
με χτυπάνε που δε σε ξέρω.
Οι λιγοστοί μου φίλοι έχουν ήδη φύγει.
Στο σπίτι μου τώρα μένει κάποιος άλλος.
Στο μυαλό μου μια ομίχλη καπνού.
Μέσα μου ζει κάτι αλλόκοτο.

Κουράστηκα.
Από εδώ και πέρα δε θα προσπαθώ.
Κι ας πουν ό,τι θέλουν.

........



Από δω και πέρα πια, 
μπορούν να με φωνάζουν όπως θέλουν.







 

27 Ιουλ 2015

Mου λείπεις

Πάνος Κατσιαούνης



Μου λείπεις.
Δύο λέξεις 
και άπειρες οι σκέψεις,
τα λόγια που θέλω να σου πω.
Δυο λέξεις που αγκιστρώνονται από πάνω μου.
Αν τις τραβήξεις θα πονέσω,
θα μείνω μια σκιά.
Αν τις αφήσεις πάνω μου να με φάνε,
δε θα σε συγχωρούσα ποτέ.

Γράμματα στη σειρά που αφορούν εμένα.
Το "μου" το εγωιστικό. 
Το πικρό και το πολύτιμο.
Σάπιο, βρωμερό και μισητό.
Αυτό είμαι.
Κι αυτό το "λείπεις" που ταυτόχρονα φοβάμαι και σιχαίνομαι.
Το αγάπησα γιατί μου στάθηκε.
Μόνο αυτό μου έμεινε.
Εσένα δε σε ρώτησε κανείς.

Έβαλες απλά τα παπούτσια σου 
κι άφησες πίσω αποτυπώματα.
Στο δρόμο που περπατούσαμε αγκαλιά.
Στο πάρκο που βρισκόμασταν κρυφά.
Στο άρωμα που άφηνες ξωπίσω σου.
Σε όλα αυτά που σου άρεσαν.

Ναι, πλέον τα αποφεύγω,
τα μισώ, αηδιάζω.
Τίποτα δεν έμεινε από σένα.
Και δεν πιστεύω τίποτα από όσα σου λέω τώρα.

Μένω σε ένα δωμάτιο ξένο, 
απρόσωπο, χωρίς φως.
Γκρι και μαύρο στο πάτωμα, 
στους τοίχους.
Δε θα μπεις ποτέ.
Δεν υπάρχεις εκεί.
Εκεί μένω εγώ.
Το "μου".
Εσύ απλά "λείπεις".
Μα το συνήθισα.

Κι όμως σκέφτομαι...
Αν εξαφανιστείς από προσώπου γης,
κάτι θα έχει μείνει.
Αυτό το που νιώθω σε εγκλώβισε.
Και ίσως έτσι συνεχίσω...
Ακόμη κι έτσι θα είμαστε μαζί.
Μόνος και μαζί σου.