5 Οκτ 2016

(Δεν) είμαι;

-Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπη, Οκτώβριος 2016

(Δεν) είμαι; 



Είμαι η λεσβία που δεν βρήκε τον κατάλληλο άνδρα
Είμαι το απορρυπαντικό της προσφοράς
Είμαι η ταμπέλα της βιτρίνας με τη τιμή φτήνιας 
Είμαι η Μπάρμπι (αέρο) σύνοδος που αγαπά να παίζει η κόρη σου 
- και ο γιος σου αλλά φοβάται να στο πει-
Είμαι η Τερέζα, και μια μέρα θα γίνω και μαμά
Είμαι το κορίτσι των μεσοβδομαδων επαφών που το καλείς Σαββατοκύριακα 
Είμαι το τέρας της ντουλάπας που έτρεμες παιδί 
Είμαι η γκόμενα του φίλου σου που απεγνωσμένα θες να αγαπήσεις 
Είμαι το κορίτσι του μπαμπά και ας μην του ανήκαν ποτέ
Είμαι η μπιμπο με τα ψηλοτάκουνα που ντρέπεσαι να φλερτάρεις
Είμαι αυτή που ντύνεται λαθος για τα κιλά της

Είμαι όλα αυτα που αγαπάς να βάζεις στον καφέ σου και μισείς. Είμαι μια μικροαστή στον θαυμαστό κόσμο της Vogue και του Nespresso. Προσπαθώ να είμαι κάποια αλλά τελικά δεν είμαι καμία, σαν εκατομμύρια άλλους Οδυσσέες. 
Μα όσα επίθετα κι αν μου δίνετε, παραμένω ουσιαστικό και ποδοπατω την απέραντη, κακοτράχιλη και μεγαλεπήβολη προβολή σας.

2 Οκτ 2016

Μικρές Ιστορίες VI

-Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπη, Οκτώβριος 2016

Part I

Παυσήπονω

Στις 3:46 έρχεται το τρένο
Δεν ήρθες στο σταθμό 
Ή στο αεροδρόμιο 
Ή σε εμένα την ίδια 

Το κεφάλι ψηλά και αγύριστο 
Κι η βαλίτσα βαριά 
Μια λευκή ζώνη, ενα ροζ βιβλιο 
Κι εκείνη η φωτογραφία με την γατα μου
-κι εσένα μαζι-


Αν ήξερα να φεύγω δεν θα το 'κανα 
Αν ήξερα να με αγαπώ θα σ' άφηνα 
Αν ήξερα να θυμώνω θα αγαπούσα άλλον 
Κι αν ήξερα να μην πονώ θα έπαιρνα ασπιρίνη.







Part II

Όλα αυτά που τσαλακώνονται

Τ' αλουμινόχαρτο
Το κουτάκι της σόδας
Η γάτα που δεν χάιδεψες
Ο άστεγος στο φανάρι
-Εγώ στο πάτωμα σε στάση εμβρυακή-

Τα ρούχα σου πριν το μπάνιο
Τα πουκάμισα μου πριν τ' αγγίξεις
Το στομάχι μου
Οι πεταλούδες στο κουκούλι
-Εγώ κάτω απ' το τραπέζι της κουζίνας-

Η μάνα μου όταν δεν συμμαζεύω
Ο μπαμπάς μου όταν γυρνάω αργά
Η γιαγιά που κρατά το τηλεχειρηστήριο 
Εσύ, όταν κλαίω μπροστά σου
-Εγώ μέσα στην παιδική ντουλάπα-

Το πακέτο απ' τα τσιγάρα μου
Αυτός που απέρριψα επειδή μ' αγαπούσε
Η παλιά σου γκόμενα που σε θέλει ακόμα
Ο πελτές ντομάτας για τα μακαρόνια σου
-Εγώ στην γωνία του καναπέ σου-

Όλα αυτά που τσαλακώνονται πάνε στα σκουπίδια
Όλοι αυτοί που τσαλακώνονται πάνε σε κρησφύγετα
ή σε ατσαλάκωτους
ή σε έπιπλα
ή και στα σκουπίδια


Part  III

Η οδοντόβουρτσα
Από το πρώτο βράδυ μου’χε δώσει μια πορτοκαλί οδοντόβουρτσα. Μισούσα το πορτοκαλί χρώμα. Και τα πορτοκάλια. Και τη σοκολάτα με γεύση πορτοκάλι.
Την έβαζε στο κάτω κάτω συρτάρι, ποτέ κάπου φανερά ή δίπλα στη δικιά του. Δεν είχα θέση δίπλα του, ήμουν επίσημα η κρυφή συνδαιτυμόνας της στοματικής υγιεινής του, και ό,τι άλλο στοματικής φύσης υπήρχε. Ήταν μια ασήμαντη οδοντόβουρτσα, όσο και το χρώμα της, όσο και η παρουσία μου στο σπίτι του.
Όταν βούρτσιζε τα δικά του, τον παρατηρούσα από τη γωνία του μπάνιου. Ήταν ο νιπτήρας του, το νερό του, ο καθρέφτης με το πελώριο, πανέμορφο ανάστημά του. Δεν μου έκανε ποτέ αρκετό χώρο να τα βουρτσίζουμε μαζί, να κοιτάμε το είδωλο μας γεμάτο σάλια και αφρούς. Κι αν έτυχε μια-δυο φορές ήταν γιατί ήξερα να στριμώχνομαι καλά μπροστά από τα πόδια του.
Όταν με άφησε, ένα από τα πράγματα που σκεφτόμουν ήταν εκείνη η οδοντόβουρτσα. Εκείνη η σκληρή, κακόχρωμη οδοντόβουρτσα, που ‘χε όμως μια θέση στο συρτάρι του, μια θέση στη ζωή του, τώρα πεταγμένη σε κάποιο κάδο, κι εγώ πεταγμένη στο ταβά της μοναξιάς μου.
Όταν βρεθήκαμε μετά από καιρό, με μια αργή κίνηση, έβγαλε από το κάτω συρτάρι την μικρή “πορτοκαλένια” οδοντόβουρτσα μου. Ήταν εκεί, που ήταν πάντα. Με περίμενε να γυρίσω. Είχα πια και λίγο χώρο να πλύνω τα δόντια μου κοντά του. Είχα και τον χρόνο να την ανεβοκατεβάζω στο συρτάρι του και να αγαπήσω το πορτοκαλί απ’ την αρχή. 
Όταν θα τον αφήσω, θα πάρω και την οδοντόβουρτσα μου μαζί. Και θα την βάλω στο πιο ψηλό συρτάρι της σκέψης μου και θα την κάνω ένα μικρό τοτέμ της μακραίωνης ζωής που έζησα μαζί του. Κι άμα πότε-πότε τρώω καμία σοκολάτα με γεύση πορτοκάλι, θα βουρτσίζομαι με αυτή. 
Ίσως πάλι κάποτε να ξαναβρεθούμε και τότε να χει να μου δώσει μια μπλε οδοντόβουρτσα, επειδή είναι το αγαπημένο μου χρώμα. Επειδή θα είμαι η αγαπημένη του παρέα, ακόμη κι όταν πλένει τα δόντια του.






20 Σεπ 2016

Λίγο πιο



 -Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Σεπτέμβρης 2016

Λίγο Πιο


«Θα ήθελα να είμαι λίγο πιο έξυπνη κι όχι τόσο αφελής» έλεγε στον εαυτό της.
«Θα ήθελα να είμαι λίγο πιο εκλεπτυσμένη και όχι τόσο αυθόρμητη» έλεγε στον εαυτό της.
«Θα ήθελα να είμαι λίγο πιο πολιτικοποιημένη κι όχι τόσο ασυγκίνητη» έλεγε στον εαυτό της.
«Θα ήθελα να είμαι λίγο πιο της όπερας, και όχι του κουτουκιού» έλεγε στον εαυτό της.
«Θα ήθελα να είμαι λίγο πιο καλλίγραμμη, χωρίς έντονες καμπύλες» έλεγε στον εαυτό της.
«Θα ήθελα να είμαι λίγο πιο καλή κόρη, κι όχι τόσο νευρωτική» έλεγε στον εαυτό της.
«Θα ήθελα να είμαι λίγο πιο σκληρή, κι όχι τόσο ανεκτική» έλεγε στον εαυτό της.
«Θα ήθελα να είμαι λίγο πιο συγκεντρωμένη, κι όχι αφηρημένη όταν οδηγώ» έλεγε στον εαυτό της.
«Θα ήθελα να είμαι λίγο πιο καλή σύντροφος, κι όχι μόνο καλή ερωμένη» έλεγε στον εαυτό της.
«Θα ήθελα να είμαι λίγο πιο του υγιεινού τρόπου ζωής, κι όχι επιρρεπής» έλεγε στον εαυτό της.
«Θα ήθελα να είμαι λίγο πιο καλή ποιήτρια, κι όχι συγγραφέας Άρλεκιν» έλεγε στον εαυτό της.
«Θα ήθελα να ήμουν κάποια άλλη κι όχι εγώ» έλεγε στον εαυτό της.

«Μα αν ήσουν άλλη, κι όχι εσύ, θα σ’ αγαπούσαν ένα εκατομμύριο άλλοι άνθρωποι, άλλα όχι αυτοί που αγαπάς εσύ, τώρα. Και ξέρω πως θα άλλαζες πολλά πράγματα για να γίνεις λίγο πιο ευτυχισμένη, αλλά αυτούς, τους μαγευτικούς ανθρώπους της καρδιάς σου, δεν θα τους άλλαζες ποτέ. Για καμία άλλη εσύ» της είπε  ο εαυτός της.
φωτογραφία: Stratos Zermpoulis


26 Ιουλ 2016

Έκπτωτ(ικ)ός

-Κατσαμπή Στέλλα-Λουΐζα, Ιούλιος 2016

Έκπτωτ(ικ)ός



Ο Παράδεισος μου ξεθώριασε
Προσπάθησα μάταια να τον περισώσω
με μελάνι και βελόνες τρυπιόμουν
και έσταζα σε φύλλα Α3

Τα σοβατεπί έπεσαν, τα μπετά ράγισαν 
Οι κήποι με τα τριαντάφυλλα μαράθηκαν
ένα νεκροταφείο για ροδοπέταλα
αναμνηστικά στιγμιαίας αβρότητας.
 

Το σκοτάδι κατάπιε τις μέρες του φωτός
Και εκείνα τα πρώτα σκιρτήματα κατάνυξης
βυθίστηκαν σε ένα απέραντο έρεβος σιωπής
που διαμελίζει κάθε ευχάριστη θύμηση. 

 Κι ο Μεγαλοδύναμος που 'χα αφήσει εκεί
Γέρασε και δεν βαστάει πια τις φροντίδες
Τα κανακέματα έγιναν κατσιάσματα
Και τίποτα πλέον δεν μπορεί να φτιαχτεί.

Ο Παράδεισος μου ξεπουλήθηκε 
Στο σκλαβοπάζαρο του ρεαλισμού
Και δεν με πειράζει η μαύρη αγορά
Η "τιμή ευκαιρίας" είναι που πονά.

 

25 Ιουν 2016

Θέρως

Πάνος Κατσιαούνης


Δεν ήθελα να μπω σε αυτή τη σχέση, αν με ρωτάς.
Δεν σε επέλεξα. Με επέλεξες. Αλλά ήξερα πως δεν είχα άλλη επιλογή από το να κρατήσω μία στάση μετέωρη στο τι ήθελα πραγματικά και στο τι θα μπορούσα.

Τα μέσα μου ζητούσαν απεγνωσμένα την έγκριση σου. Κάθε μου κίνηση, κάθε μου σκέψη περνούσε πρώτα από το φίλτρο το δικό σου. Λες και είχαμε υπογράψει μία σύμβαση ακαθόριστη που με έδενε με την ύπαρξη σου τη στιγμή που μου συστήθηκες.

Με κοίταγες την ώρα που ντυνόμουν δίπλα από τη θάλασσα, που τώρα ξέβραζε φύκια. Ο ήλιος είχε πέσει κι εσύ καθόσουν μπροστά μου, τάχα μου δήθεν να με προστατεύεις από τις ακτίνες του. Σκιά μαύρη, θανατερή, τότε απολάμβανα μόνο τη δροσιά που με έκανε να ξεχωρίζω.

Πλάι στο γκρεμό μου είχες πει τόσα πράγματα για τη ζωή σου. Εγώ καθόμουν στη σιωπή καθώς δεν άντεχα να ανοίξω για άλλη μια φορά το σκονισμένο ντουλάπι με τις ιστορίες και τις αναμνήσεις σε φόντο σέπια. Κι αν το έκανα, ήξερες ότι θα έπρεπε να το κλείσω πάλι βιαστικά για να μην μου κλέψεις τίποτα.

Ξεκίνησες λίγο μετά να με κοιτάζεις σαν να μου ζητούσες να του αφιερώσω όλη μου την ψυχή πάνω σε ένα πήλινο πιάτο ζωγραφισμένο στο χέρι. Κι αν κάποτε την έτρωγες όλη μονομιάς, θα έβαζες αυτό το πιάτο πάνω στο τοίχο. Με ένα καρφί, τη λέξη «φύγε».
Πέρασε μία γριά από δίπλα μας και άρχισε να παραμιλάει για κάποιον παλιό της έρωτα. Γελάσαμε.
Έκατσα δίπλα σου και σου κράτησα το χέρι για να νιώσεις τη θέρμη που εξέπεμπα χωρίς να το θέλω. Σκοτείνιασε. Δροσιά και πάλι. Σκιά θανατερή.
«Θα περιμένω λίγο ακόμα να σε μάθω», είπα και σκέφτηκα μετά από λίγο να δώσω σώμα, νόημα, σχήμα και λόγο σε αυτό που ένα μέρος μου φοβόταν και μισούσε.

«Μη με περιμένεις. Καλύτερα φύγε...»

Οι λέξεις, τα λεπτά και οι δείκτες τρέχουν πιο γρήγορα από μένα.
Δε βιάστηκα ποτέ να φτάσω τίποτα.
Δεν άκουσα ποτέ το μέσα μου.
Δεν πίστεψα τους έξω.
Πάτησα κάτω καί θεούς καί δαίμονες, για να αγαπήσω τους ανθρώπους.
Ζήτησα ένα κενό για να χωρέσω μέσα όλες τις πέτρες τις βαμμένες με σμάλτο, σε κόκκινο πορφυρό, χρυσαφί και μαύρο.
Γέννησα δεκάδες υποκοριστικά σε κάθε έναν από τους ανθρώπους που αγάπησα.
Πήρα πίσω υποσχέσεις και κλειδιά από το σπίτι μου.
Πέταξα δώρα επετείων και σχέδια για το μέλλον που κάναμε από κοινού.
Γλέντησα χωρίς να νιώθω τύψεις.
Έβριζα με φωνές μπροστά από έναν τοίχο παλιό, αλλά δεν άκουγα. Δεν το εννοούσα. Μονάχα ανοιγόκλεινα το στόμα, για να μην κλάψω.


Αυτό είμαι. Τώρα το νιώθω πιο πολύ. 






19 Ιουν 2016

Πόρτες Κλειστές

Πάνος Κατσιαούνης



Επέστρεψα σε εκείνα τα σκοτεινά δωμάτια,
με την υγρασία και τη σκόνη
όπου είχα πετάξει όλα όσα ήθελα να κάνω στη ζωή μου.
Όλα όσα μου γύρισαν την πλάτη, 
όλα αυτά τα χαμένα γέλια ή τα πνιγμένα κλάματα, 
όλα εκείνα που έσκισα από το τετράδιο,
όλα τα πέταξα εδώ.

Έψαχνα τα σκουριασμένα κλειδιά
μήπως και μπερδέψω τους φόβους μου με τα όνειρα
τους δαίμονες με τους αγγέλους.
Μαζεύτηκα σε μια γωνιά που φύτρωνε ένας θάμνος
να πάρω δυο φύλλα μέσα μου κι έναν λόγο για να φύγω.

Ζητούσα μια επιβεβαίωση και την έλαβα.

Αυτή η πόρτα κρύβει πίσω της ένα καθρέφτη.
Με κοιτάζω, αλλά κάποιος άλλος είναι μέσα σε αυτόν.
Το είδωλο μου,
ψεύτικο και δικό μου,
μου γυρίζει την πλάτη.

Εκείνη την πόρτα δεξιά, δύσκολα την έσυρα.
Η άμμος που ξεχύνεται έχει φρακάρει το σύρτη.
Τα πόδια μου βουλιάζουν βήμα-βήμα, 
ο ήλιος με τυφλώνει.
Τα δέντρα κρύβουν τη θάλασσα.
Η ομορφιά του σκηνικού με διώχνει.
Με νεκρώνει.

Η άλλη πόρτα πίσω μου είναι σχεδόν χτιστή.
Ένα αγρίμι ακούγεται,
μια ανάσα βαριά που μυρίζει αλκοόλ και σκόρδο.
Δεν την ανοίγω.
Ίσως επιστρέψω αργότερα 
και το αφήσω να με κατασπαράξει.

Πιο πέρα ακούγονται παιδιά.
Κραυγές τροφίμων, βρισιές, μπλεγμένες με αθώα γέλια.
Εκεί, σε εκείνη τη σκοτεινή γωνιά, 
ένα κρύο ρεύμα διαπερνάει τα δάχτυλα μου.

Πορτρέτα πρώην εραστών.
Παλιές φωτογραφίες και σεντούκια με μικρά παιχνίδια.
Post it χαρτάκια με στυλό, μου κάνουν ερωτήσεις.
Στιχάκια, λέξεις και σκίτσα μισοσβησμένα.
Πολλά και λίγα.
Άδεια. Γεμάτα.

Το μέρος με τρελαίνει.
Τσιρίδες διαπεραστικές μου φέρνουν πανικό.
Το αγρίμι ξύπνησε κι άρχισε να πεινά.
Και πριν αποφασίσω να επιστρέψω σε εκείνη την πόρτα
με βλέπω να στέκομαι ήδη εκεί.

Γυμνός.
Στο πάτωμα.
Με κοιτάζω.

"...φάε με... πάλι..."




9 Ιουν 2016

Απάθεια

-Κατσαμπή Στέλλα-Λουΐζα, Ιούνιος 2016


Απάθεια

Έχω περισσευούμενο μελάνι
Το χέρι μου στολίστηκε με δερματοστιξία
Κι ούτε φοβάμαι το ξεθώριασμα
Μήτε το χρόνο που απαιτεί

Είσαι μπλεγμένος στα σπλάχνα μου
Κι όσο έμετο κι αν κάνω δεν βγαίνεις
Μόνο τον οισοφάγο καταστρέφω
Με άναρθρες κραυγές και λέξεις

Δεν έχω άλλο φως να σου δώσω
Και δεν διαθέτεις το δικό σου για μένα
Έχω αδύναμα πόδια για να τρέξω
Έχω μικρούς αστραγάλους να σταθώ

Και θα γυρνάμε ο ένας στον άλλο
Από πόθο, από έλξη, απ’ ανασφάλεια
Δεν τυγχάνει που αγαπάμε τ’ άκρα
Θυμίζουν πόσο μόνοι είμαστε