22 Φεβ 2015

Μάτια...


Πάνος Κατσιαούνης


"Κοίταγα τα μάτια σου όση ώρα προσπαθούσες να μου εξηγήσεις γιατί άργησες εκείνο το βράδυ. Έλειπε από μέσα τους εκείνη η λάμψη που υπήρχε όταν με πρωτοείδες να κατεβαίνω τις σκάλες για να σε βρω. Θυμάσαι;

Τέσσερα χρόνια αργότερα κι ακόμη δεν μπορώ να καταλάβω την ψυχή σου. Να ερμηνεύσω τις λέξεις που βγαίνουν από το στόμα σου, τις κινήσεις των χεριών σου. Τώρα κοιτάς άλλους κι όχι εμένα. Θέλεις κάτι να μου πεις κι εγώ είμαι εδώ για να σε ακούσω αλλά το μόνο που λαμβάνω είναι σιωπή. Όχι σιωπή, απουσία. Δεν είσαι εδώ, παρόλο που το πόδι σου τώρα αγγίζει το δικό μου. Και πάλι σε κοιτάζω σαν να περιμένω κάτι. Αγωνία, σαν αυτή που νιώθει το μικρό παιδί όταν ξετυλίγει το δώρο του. Σκισμένα χαρτιά περιτυλίγματος παντού, γυαλιστερά, κόκκινα, χρυσά, σμαραγδένια και το κουτί... ένα κουτί άδειο.

Μίλα μου. Όχι με το στόμα, αλλά με τα μάτια. Κοίτα με όπως τότε στην αρχή, δεν τα μπορώ αυτά τα ηλίθια κι ανούσια "αντίο" γιατί τα μάτια σου λένε ότι θα ξαναβρεθούμε όμως αυτό δεν ισχύει. Έτσι; 

Κοιτάζεις για λίγο πάλι στο μέρος μου, πίσω μου, κάποιος νεαρός μπήκε και σου τράβηξε την προσοχή. Ίσως και να τον ξέρεις. Δεν έχω ιδέα τι να υποθέσω. Έχεις καταλάβει σε τι διαδικασία έχω μπει; Σε ζηλεύω. Σε μισώ. Σ'αγαπ.. δε θα το πω. Θα ήταν μόνο μια κίνηση απελπισίας να σε κερδίσω πάλι πίσω. Ίσως πάλι να το εννοώ, αλλά τι σημασία θα είχε να το μάθεις τώρα, έτσι; Το ξέρεις. Το χεις δει με τα ίδια σου τα μάτια. Αδιαφορείς. Και θα στο έκανα πιο δύσκολο να μου πεις την αλήθεια.

Την ξέρω. Την έχω δει με τα ίδια μου τα μάτια. Και τα δικά μου και τα δικά σου. Σε ξέρω. Ντρέπομαι που το λέω αλλά δε μου αρέσει να υποκρίνομαι. Μαζί σου δεν το έκανα ποτέ. Δεν είπα ψέμματα, δεν είπα πράγματα που δεν ισχύουν. Σου έλεγα πάντα αλήθεια. Θυμάσαι;

Πέρασα πάλι από εκείνο το σοκάκι που φιλιόμασταν παράνομα, ηλίθιος ο τρόπος που συνδυάζω τις λέξεις όταν σε κοιτάζω. Κανένα φιλί δε θα πρεπε να θεωρείται παράνομο. Κακός ο κόσμος, "μην τους ακούς" μου έλεγες. Και σε πίστεψα. Και κοιτούσα μετά τα μάτια σου, που είχαν αφεθεί πάνω μου με ανυπομονησία για το επόμενο φιλί. Θυμάσαι;

Ζήτησα από τους πάντες να μου βρουν μια σκέψη για να με κρατήσει δυνατό, όταν θα ερχόταν εκείνη η μέρα που θα έφευγες και το ήξερα οτι θα φύγεις. Απλά δεν περίμενα να ήταν τόσο σύντομα. Μόνο η δική σου εικόνα με έκανε για δευτερόλεπτα να νιώθω οτι δεν υπάρχει εμπόδιο μπροστά σε μένα και στην αιώνια ευτυχία. Δευτερόλεπτα ήταν, δεν κράτησε πολύ. Συνέχιζα να αισθάνομαι άτρωτος αλλά πλέον ήμουν ένα τέρας μέσα στο κελί του ανθρώπινου μου σώματος. Πάσχιζα να σου κάνω κακό. Σε μένα. Στους άλλους. Δεν ήθελα αυτό για μας. Αυτό που ήλπιζα για σένα και για μένα ήταν άλλο. 

Θυμάσαι; 

Όχι. Αποκλείεται να το θυμάσαι. " 



17 Φεβ 2015

Tρωάδ(ει)α

-Στέλλα - Λουΐζα Κατσαμπή, Φεβρουάριος 2015

Tρωάδ(ει)α


Εμένα Ελένη δεν με λένε
και από έρωτα δεν απήχθηκα ποτέ

Ταξίδεψα στην Τροία,
επισκέφθηκα τον Ίππο
Με ερωτεύτηκε, μάλιστα, κι ο Πρίαμος
μα πέθανε στη μάχη μου νωρίς

Περιπλανήθηκα στις ερημιές
αποκαΐδια, στάχτες και καημοί
Κι ήμουν ήδη μία ρίψασπις

Ο Αχιλλέας με πολέμησε
Κι ο Φοίβος τον τιμώρησε ευθύς
Μου 'κανε δώρο την φαρέτρα του
Διακόσμησα ωραία το χάος μου

Ο Όμηρος,  μ' αγάπησε πολύ
Μα τυφλός, τυφλώς δικαίωσε
Ήρθε η συντέλεια, ερείπια όλοι πια
έμεινα μόνη και κενή

Ν' αγαπάω τον Πάρη
που δεν μου ΄δωσε το μήλο του ποτέ.



9 Φεβ 2015

Μικρές ιστορίες

-Στέλλα - Λουΐζα Κατσαμπή, Ιανουάριος 2015
Αfter Midnight Stories
Part I

Κατέβασε με προσοχή το μαύρο κομπινεζόν της και ετοιμάστηκε να μπει για μπάνιο. Τα κιλά της ξεχείλιζαν τις γραμμές της δημιουργώντας πληθωρικότητα στο σώμα της.
«Κουράστηκα πια» μονολόγησε. «Φτάνει πια με αυτό το σώμα, δεν θα αλλάξει ποτέ.»
Στο μπάνιο μπαίνει ο σύντροφός της διακριτικά.
«Συγγνώμη, δεν ήξερα ότι ήσουν εδώ» σχολίασε με τόνο απολογητικό.

«Αγάπη μου, μην είσαι ανόητη» της είπε.«Κοίτα τι όμορφη που δείχνεις όταν γδύνεσαι, πόσο ελκυστικές φαντάζουν οι καμπύλες σου λουσμένες απ’ το φως. Έχεις ατέλειες και δεν υπάρχει τίποτα πιο γοητευτικό σε μια γυναίκα από το να είναι τελείως ατελής. Κοίτα αυτά τα υπέροχα μαύρα μαλλιά και τα μάτια σου, πόσο πλούσια και γερά είναι. Μετά από τόσο καιρό μπορώ να κοιτάζω στα μάτια σου και να βλέπω την ίδια οξύνοια, την ίδια εκφραστικότητα που διέκρινα την πρώτη φορά που σε είδα.  Κάνε το μπάνιο σου τώρα και έλα να ξαπλώσεις. Εκεί ο κόσμος δεν χωράει τίποτα λιγότερο όμορφο από τους δύο μας να κάνουμε έρωτα. Μην αργήσεις.»

Part II

Του άρεσε να του ανάβω το τσιγάρο με το δικό μου. "Μεγαλύτερο μπαρούτι από τα χείλη σου δεν υπάρχει, γιατί να πάω στο αέριο" μου έλεγε περιπαικτικά. Έτσι ξεκίνησαν και οι δικές μου κακές συνήθειες. Η μεγαλύτερη αυτή κατάχρηση ήταν ό,τι έχω να θυμάμαι από εκείνον. Και κάθε φορά που φυσούσα θύμωνα με την κατάσταση, τον εαυτό μου κι όλα όσα νιώθαμε. Γιατί έτσι είναι τα ερωτικά ενθύμια, σε σκοτώνουν αργά, μα τα έχεις ανάγκη όταν η ζωή αφήνει τους έρωτες ανεκπλήρωτους.  
Τα χείλη μας δεν ενώθηκαν ποτέ αλλά μοιραζόμασταν την πίσσα, τον άνθρακα, την νικοτίνη. Ήταν η μοναξιά, ο θάνατος, η βρώμα που μας έφερνε κοντά, η ίδια επιθυμία για το χάος της οδύνης. Δεν μπλέκει κανείς άλλωστε με το ανεκπλήρωτο αν δεν οπλιστεί με κραυγές απόγνωσης, καταχρήσεις και σαρκοβόρες νύχτες λησμονιάς.
Την τελευταία φορά που βρεθήκαμε, είχαμε ξεμείνει στην παραλιακή, δεν περνούσαν λεωφορεία. Είχε λεφτά μα δεν ήθελε να φύγει, κι εγώ δεν άντεχα να γυρίσω σπίτι χωρίς να πάρω αυτό που ήθελα. Αντί για το πολυπόθητο φιλί πήρα μια τεράστια αγκαλιά, από εκείνες τις ζεστές, τις αμήχανες, αυτές που δίνουν οι άνθρωποι που αγαπήθηκαν μα δεν είχαν άλλη επιλογή από το να μην το ζήσουν. Κι εκεί ένιωσα, σαν να ήμασταν φτιαγμένοι από διαμάντι. Εξοστρακίζαμε τα αστέρια που έπεφταν σαν σφαίρες και πληγώναμε όλους όσους αγαπούσαμε, μόνο και μόνο, για να κρατηθούμε λίγο ακόμα στη στιγμή, για να μοιραστούμε εκείνες τις τελευταίες πλατωνικές συναλλαγές.

Και όσα τσιγάρα κι αν καπνίσω για να κρατήσω την αγκαλιά εκείνη ζωντανή, τόσο τα χέρια σου γίνονται στο λαιμό μου ένας βραχνάς. 

Part III

Aλίκη μου, η χώρα των θαυμάτων δεν υπάρχει πια. Λησμονήσαμε τον τρελοκαπελά, τον βιαστικό λαγό και την σοφή σου γάτα. Άπαξ και μεγαλώσουμε δεν μπορούμε να μικρύνουμε, δεν μπορούμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω, να μας συγχωρέσουμε τα πάντα. Οι ανάγκες μας γίνονται βίαιες, μανιασμένες, ενστικτώδεις και δεν το αντέχουμε αυτό. Για αυτό και χάνουμε τα όρια, πίνουμε πολύ, καπνίζουμε ακόμα περισσότερο, ελαφριά ναρκωτικά και σχέσεις καταστροφικές.
Τώρα πια είμαστε πραγματικά τρελοί. Και δεν μας κυνηγάνε βασίλισσες και τραπουλόχαρτα, δεν πίνουμε τσάι. Πίνουμε καφέ, πολύ καφέ, για να γεμίσει η μέρα, να γεμίσει ο χρόνος, να καταπιέσουμε κάθε βιολογική ανάγκη ύπνου για να αντέξουμε. Έτσι, θέλει το σχολείο, το αφεντικό, ο προϊστάμενος, η μάνα μας. 

Παίζουμε πια κρυφτούλι, Αλίκη, από τους εαυτούς μας, από τον έρωτα, από τις απουσίες. Και δεν θα είναι όλα ένα κακό όνειρο, θα είναι η ζωή μας ολάκερη. Η χαμένη, η μη κερδισμένη, η μία και μοναδική.
Part IV

Τον είδα πολλές φορές να χάνεται, γρήγορα, βιαστικά από μπροστά μου. Μου γύριζε την πλάτη τόσο αριστοτεχνικά, χωρίς να καταλαβαίνω πως θα λείψει μέρες, μήνες. Πάντα πίστευα ότι θα εμφανιστεί σε κάποια γωνιά, θα μου γνέψει κάτι μόνο για μένα, να το ξέρω μόνο εγώ ή να με περιμένει κάτω απ’ το σπίτι, κρατώντας μόνο το πανωφόρι του.
Και σκέφτομαι τις μικρές εκείνες στιγμές ασφάλειας που ένιωθα όταν τον έκανα να γελάει ασυγκράτητα. Ένα γέλιο τόσο χειμαρρώδες, πανέμορφο, σαν να τραγουδούσαν οι Μούσες κάποιον ύμνο ιεροτελεστικό. Αν ζούσε ο Μπετόβεν είμαι σίγουρη πως θα έγραφε κάποια σονέτα για το γέλιο του, κι είναι κρίμα που ποτέ κανένας Σαιξπηρ δεν θα γράψει μια σονάτα μόνο για αυτόν.
Κι αναρωτιόμουν, όλο αφέλεια πάντα, πως είναι δυνατόν να τον κάνω τόσο χαρούμενο και να μην με γουστάρει. Λες και ο συντελεστής του πόθου είναι η ευτυχία κι όχι η εξουσία. «Ευτυχισμένο σε κάνει κι ένα κουτάβι, δεν θες να καβλαντίσεις μαζί του», έλεγα περιπαικτικά στον εαυτό μου.  Αισθανόμουν παντοδύναμη, όμως, πως μπορώ κι εγώ να τον κρατήσω, να τον έχω στα χέρια μου, δίνοντας του ενέσεις επιβεβαίωσης και χαράς. Αλλά όπως λέει κι ο Χριστιανόπουλος «κάθε φορά που νομίζω πως σ’ έχω στο χέρι, βλέπω πόσο ο έρωτας είναι αχειροποίητος»1.
 Γιατί, στις ανθρώπινες σχέσεις, έχει μεγάλο ενδιαφέρον το παιχνίδι εξουσίας και κυριαρχίας. Σκοπός των ανθρώπων δεν είναι να σε έχουν, αλλά να μην σε έχει άλλος, δεν θέλουν να είναι στη ζωή σου αλλά σου υπενθυμίζουν συνεχώς την παρουσία τους. Δεν τους ενδιαφέρει να ζήσουν μαζί σου αλλά ενδιαφέρονται να ξέρουν πως κοντά τους, νιώθεις ταραχή και ενδιαφέρον. Το "είσαι δικός μου" είναι μικρό μπροστά στο "δεν θέλω να είσαι ούτε δικός μου, αλλά ούτε και κανενός άλλου". Και δεν ανάγω τούτη την τάση ούτε σε ανασφάλειες ούτε σε απουσία ενδιαφέροντος. Απλά δεν είναι όλοι φτιαγμένοι για να αντέχουν το φλερτ όλων. Kαι αυτό είναι κάτι που ο ισχυρός συνήθως το εκμεταλλεύεται και "αδύναμος" το παρερμηνεύει.  Έτσι, δεν μ΄ άφηνε, κι αυτός, μήτε να τον αγγίξω μήτε να τον χάσω.
 Κι όταν μου έλειπε, συχνότερα από όσο θα ήθελα να μου λείπει, έκανα μικρές αναδρομές , παντού, για δευτερόλεπτα δεν επικοινωνούσα με τον κόσμο. Προσπαθούσα μανιωδώς να μην λησμονήσω τίποτα, να μην ξεφύγει ούτε σπιθαμή γεγονότων και στιγμών. Και, βέβαια, στα κλεφτά, να μην με καταλάβουν οι άλλοι ότι έπαψα να τους παρακολουθώ. Βέβαια, όσοι με ήξερα, καταλάβαιναν ότι σκεφτόμουν εκείνον, γιατί διέκριναν εκείνο το ελάχιστο μειδίαμα που σχηματίζονταν στην άκρη των χειλιών μου, και πως τα μάτια μου έλαμπαν σαν τις κεχριμπαρένιες κόρες γάτας στο σκοτάδι. Δεν μπόρεσα να τους κρυφτώ ποτέ.
Και είναι αστείο, μου έλεγε μια φίλη, πως όταν είμαι μαζί του, ακόμα και ο πιο άσχετος στον έρωτα θα καταλάβαινε ότι είναι ο εκλεκτός. 

1: Ντίνος Χριστιανόπουλος (Μάρτιος 1997), Από το Κορμί και το Σαράκι. Εκδόσεις ΜΠΙΛΙΕΤΟ

29 Ιαν 2015

Μετεφηβεία

 Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Ιανουάριος 2015
Μετεφηβεία

Οι  χαραμάδες έκλεισαν
Έχτισα τις πόρτες
Πήρα παράθυρα ασφαλείας
Όλα τα πλήρωσα αδρά

Απολυμάνθηκα κιόλας
Με καθάρισε το οξύ
Ξέβαψε κάθε υπογραφή σου
Γυμνή και άχρωμη, τώρα

Ύστερα, αφαιρούσα εκδορές
Χρόνια ολόκληρα με άλειφα
Χάραζα καμπύλες
Ομόρφαινα γραμμές

Στ’ αλήθεια, έχω μεγαλώσει
Απέκτησα όπλα ισχυρά
Ακόνισα τις άκρες των νυχιών μου
Δάμασα τη ψυχή με αλυσίδες

Ξέρω πως δεν έφταιγες εσύ
Μα αν δεν μου γύριζες την πλάτη
Εγώ δεν θα σε έγδερνα


23 Ιαν 2015

Το τυχερό χτύπημα


 -Στέλλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Ιανουάριος 2015

Το τυχερό χτύπημα


  Ένα πακέτο Lucky Strike βρίσκονταν παρατημένο στο ξύλινο βέγκε τραπέζι της. Ζαλισμένη απ‘ το ποτό, κείτονταν στο χαλί της, βυθισμένη στα χρώματα του ταβανιού και στους ήχους του pick up. To κόκκινο φως που ξεπρόβαλε από το λαμπατέρ της έπαιζε με τις σκιές των δέντρων, που φυσούσε ο αέρας.  Η Νina Simone τραγουδούσε για τον αμαρτωλό φίλο της κι εκείνη συνέπασχε. Πολλές οι αμαρτίες αλλά ούτε που την ένοιαζε. Δεν τα ‘χε καλά με τους ανθρώπους, πώς να αντέξει τον Θεό;!
  Δεν βγήκε για δουλειά εκείνο το βράδυ. Οι συνοδοί κυρίων δεν έχουν πιάτσες, μήτε νταβατζήδες. Είναι οι ίδιες σωματέμπορες του εαυτού τους. Το τηλέφωνο της δεν σταματούσε να χτυπάει όταν το είχε ανοιχτό, της ομορφιάς και των ερωτικών ικανοτήτων της ένεκα. Δεν γούσταρε τους φετιχιστές κοιλαράδες, τους βίαιους λεφτάδες, τους γέρους κροίσους, μα λάτρευε την εξουσία που της έδινε η δουλειά της. Ανά πάσα στιγμή, σε μια δεξίωση, εκδήλωση, σουαρέ μπορούσε να ντροπιάσει τον συνοδευόμενο της, με ένα νεύμα ή με μια λέξη, που δεν θα ταίριαζε στην περίσταση. Είχε την δύναμη, και το ήξεραν όσοι την προσλάμβαναν για τον επαγγελματισμό της. Όταν πουλούσε έρωτες είχε πάντα τον έλεγχο, να μην πάει τίποτα στραβά. Στους υψηλούς κύκλους αποκαλούνταν η «Εταίρα (ή ετέρα) Μάγισσα», γιατί δεν ήταν όπως οι άλλες πόρνες πολυτελείας. Οξυδερκής, κομψή, κυριαρχική, ετοιμόλογη κι άκρως συναισθηματική όταν της το ζητούσαν. Γυναίκα χαμαιλέοντας, άλλαζε προσωπεία για την ικανοποίηση του κάθε απελπισμένου.
  Ανασηκώθηκε και άναψε το τελευταίο τσιγάρο του πακέτου. Πέρασε καιρός από τότε που το μοιράστηκε με άνθρωπο. Δεν είχε φίλους, δεν είχε σχέσεις μήτε συγγενείς. Οι μόνες παρέες της καλύπτονταν στην μοναξιά της νύχτας, που την οδηγούσε σε φοιτητικά μπαρ, να βρει κανένα τεκνό. Μέχρι εκεί έφτανε η ανάγκη της, να γεμίζει αδιάφορα τις βραδιές της με ευκαιριακές επαφές και να τονώνει την αυτοπεποίθηση των εικοσάρηδων που κατάφεραν να ρίξουν μια τριαντάρα.
 Προχώρησε με δυσκολία μέχρι τον καθρέφτη. Δώρο της μάνας της. Οβάλ σε σχήμα με μπρούτζινες διακλαδώσεις που θύμιζαν φωλιές πουλιών και κλαδιά δέντρων. Μοναδικό ενθύμιο του μόνου ανθρώπου που αγάπησε ποτέ. «Α ρε Μάνα, μάγισσα, δεν ζεις να με δεις στα τριάντα μου. Θυμάμαι που μου ‘λεγες: « Ό,τι κι αν κάνεις στην ζωή σου, κοίτα να το κάνεις καλά. Έτσι, θα χτίσεις τον μύθο σου και θα ευτυχήσεις». «Τώρα αρχίζω και γερνάω, το σώμα μου πέφτει, χάνω την ομορφιά που απλόχερα μου έδωσες. Μια σταφιδωμένη τεκνατζού θα καταντήσω» μονολόγησε, παρατηρώντας τις μουτζούρες που διέγραφε το πεσμένο μακιγιάζ της.
Ζαλίστηκε, και πιάστηκε από τον καθρέφτη, ρίχνοντας τον κάτω. Ο καθρέφτης διαχωρίστηκε σε δύο μεγάλα κομμάτια. Καθώς τον έπιασε μάτωσε. Οι κηλίδες του αίματος της σύρθηκαν αργά προς το μεγαλύτερο κομμάτι. Το ανασήκωσε και δεν έβλεπε το είδωλό της στον καθρέφτη. Δεν καταλάβαινε τι γινόταν, το γυαλί θάμπωσε ή ήταν η ίδια ένα τίποτα πια. Σιγά-σιγά άρχισε να ξεθωριάζει, μα πλέον έμοιαζε πιο πολύ στη μάνα της.
-" Περίμενες ότι θα έσπαγες το μόνο κειμήλιο που σου άφησα και δεν θα ερχόμουν;" λέει επιτακτικά το είδωλο.
-«Νωρίς το θυμήθηκες, όταν σε είχα ανάγκη πριν 10 χρόνια, βρήκες να πεθάνεις", απάντησε δακρύζοντας από τον φόβο.
-«Πάντα σου έλεγα ότι είμαι μάγισσα, δεν θυμάσαι; Νόμιζες ότι επειδή μου κάπνισε τίναξα τα μυαλά μου στον αέρα;»
-«Πολλοί σχιζοφρενείς παίρνουν φάρμακα και ελέγχεται η ασθένεια. Μην δικαιολογείσαι.»
-«Άκουσε κορίτσι μου, αν δεν το έκανα τότε, τώρα στα τριάντα σου θα είχες ένα φυτό να συμμαζεύεις, δεν θα είχες ζωή, μήτε δουλειά. Σ’ απάλλαξα από το βάρος και το ξέρεις. Άντε τώρα, γίνε αυτό που χρόνια σου έλεγα: ευτυχισμένη. Έχεις τον μύθο σου ήδη κι οι δαίμονές  σου έχουν φύγει μακριά. Ήρθε η ώρα».
Το είδωλο της μάνας εξαφανίστηκε. Ημι-λιπόθυμη σχεδόν έκλαιγε γοερά. Δεν μπορούσε να διαχωρίσει την αλήθεια από την πραγματικότητα. Δεν πίστευε σε πνεύματα και δεν την ένοιαζε η μετα-θάνατον ζωή. Γνώριζε πως οι αυτόχειρες πηγαίνουν στην κόλαση. Αλλά χειρότερη κόλαση από την δυστυχισμένη ζωή δεν υπάρχει. Κι αυτό τη βοήθησε με το καιρό να καταλάβει την ενέργεια της μητέρας της, κι ας μην την συγχώρεσαι ποτέ. Αφού βομβαρδίστηκε από σκέψεις, εν τέλει έπεσε στο πάτωμα αναίσθητη.
Ξύπνησε την άλλη μέρα. Είχε αποκοιμηθεί δίπλα στον καναπέ με μία φλις κουβέρτα να την σκεπάζει. Στο δωμάτιο κοιμόταν το αγόρι της. Είχε πάει στο σαλόνι το βράδυ να κάνει ένα τελευταίο τσιγάρο πριν κοιμηθεί. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί δεν πήγε μέσα να ξαπλώσει. Μουδιασμένη άρχισε να θυμάται τι συνέβη την προηγούμενη νύχτα. Κοίταξε το άδειο πακέτο και μνημόνευσε έναν διάλογο με τον πατέρα της:
-"Μπαμπά, γιατί καπνίζεις Lucky Strike";
-"Όταν ήμουν μικρός, λίγο μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, αυτά τα τσιγάρα ήταν ανάρπαστα. Ονομάστηκαν έτσι, γιατί στα πολλά πακέτα, υπήρχε ένα πακέτο με ένα τσιγάρο χασίσι μέσα. Και όλη η παρέα καπνίζαμε, να δούμε αν όντως ίσχυε και αν θα ήταν κανείς από μας «ο τυχερός». Εγώ, δυστυχώς, δεν βρήκα ποτέ μου τέτοιο πράγμα». είπε γελώντας.
Δυσκολεύτηκε να το πιστέψει. Μα η εμπειρία ήταν πολύ ζωντανή για να το αρνηθεί. Ήταν είκοσι χρόνων και ξεκίνησε το κάπνισμα μετά την αυτοκτονία της μητέρας της. Δεν άφησε σημείωμα, δεν ήξερε γιατί η μητέρα της την εγκατέλειψε έτσι. Μετά τον θάνατο του πατέρα της άρχισε να έχει προβλήματα με το ποτό, αλλά έπαιρνε χάπια και τον περισσότερο καιρό ήταν μελαγχολική.
Ο καθρέφτης της μητέρας της, βρίσκονταν στην σοφίτα, πήγε να τον περιεργαστεί. Δεν είχε σπάσει, δεν είχε ρωγμές. Τον περιεργάστηκε, ώσπου στο χαρτί πίσω είδε μια μικρή αιχμή. Ξήλωσε διακριτικά και βρήκε μια σελίδα από βιβλίο. Δεν είχε τίτλο, ούτε συγγραφέα, μόνο ένα απόφθεγμα γραμμένο από τη μητέρα της: «Μ΄ αρέσουν οι περιθωριακοί άνθρωποι. Μ’ αρέσουν οι ψυχολογικά ασταθείς, οι καλλιτέχνες. Μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που αμφιταλαντεύονται  μονίμως μεταξύ σοβαρού και τρέλας. Οι απρόβλεπτοι και οι σημαδεμένοι (Σίγμουντ Φρόιντ). Η μέρα που έμαθα πως πάσχω από σχιζοφρένεια. Ετών 43. Με την ενηλικίωση της κόρης μου, ετών 45, θα δώσω θάνατο στη τρέλα, να μην αμφιταλαντευτώ ποτέ.»
Αυτή τη στιγμή κατάλαβε την αυτοκτονία της μητέρα της. Ήξερε πως το «Μαύρο» την έκανε να τη φανταστεί, και πως της έδειξε το πώς θα μπορούσε να εξελιχτεί η ζωή της στα επόμενα δέκα χρόνια. Η καλύτερη φοιτήτρια του τμήματος Ιατρικής να γίνει πόρνη πολυτελείας. Ακόμη κι είχε χρήματα και επιτυχία, δεν θα έβρισκε την ευτυχία που ζητούσε. Εκείνη την μέρα δεσμεύτηκε να επιτύχει στον τομέα της Ψυχιατρικής, να λυτρώσει τη μνήμη της μητέρας της, μαχόμενη την διαταραχή της σχιζοφρένειας. Άλλωστε, είχε ήδη το μύθο της, ως η πιο οξυδερκής ιατρός του τμήματος.


6 Ιαν 2015

«Ήρθαν κάποιοι άνθρωποι και μου είπαν να τους χτίσω μια πόλη»


Πάνος Κατσιαούνης


Κρυμμένος σε ένα δωμάτιο φτιαγμένο από ξύλο, το φώς του ήλιου περνούσε από τις γρίλιες σχηματίζοντας μικρές λωρίδες φωτός. Ένας άντρας καθισμένος σε μια πολυθρόνα από κόκκινο βελούδο λουζόταν στη χρυσαφένια λάμψη του, στο χέρι του ένα τσιγάρο και το μάτι του ένα σμαραγδένιο πράσινο. Τον λένε Έλιοτ, είναι ένας σκιτσογράφος της Νέας Εποχής.
Εδώ και κάμποσο καιρό βρίσκεται σε καλλιτεχνικό αδιέξοδο και δεν έχει έμπνευση. Δεν εργάζεται και ζει απομονωμένος σε ένα σπίτι στην εξοχή. Η ανάπτυξη της τεχνολογίας έχει κάνει τη ζωή του εύκολη και έχει αντικαταστήσει κατά κάποιον τρόπο τη δουλειά του. Δε χρειάζεται πλέον να χρησιμοποιεί μολύβι και χαρτί. Αρκούν μόνο μερικά κουμπιά για να τελειοποιήσουν τα σχέδια του. Τα τελευταία 5 χρόνια ζει με τη βοήθεια της θείας Βιολέτας, αδερφή του πατέρα του, η οποία του καθαρίζει και αγοράζει τρόφιμα για το σπίτι.
Ένα πρωινό, που ο Έλιοτ έξυνε τα μολύβια του (χωρίς λόγο, ήταν μια συνήθεια που είχε ξεκινήσει όταν πέθανε η Λέξι η μεγάλη του αγάπη- τη μέρα που στέρεψε η φαντασία του.) ένας κύριος με μαύρο κουστούμι, συνοδευόμενος από άλλους δύο τύπους με μακριές ρόμπες, τον προσέγγισε για να του αναθέσει μια αποστολή. Του είπε κάτι που έμοιαζε πιο πολύ σαν διαταγή παρά σαν χάρη.
«Ήρθαν κάποιοι άνθρωποι και μου είπαν να τους χτίσω μια πόλη!» είπε στη θεία του καθώς εκείνη καθάριζε πατάτες στον αυτόματο αποφλοιωτή. Κοντοστάθηκε λίγο κι έπειτα έσκασε ένα πλατύ χαμόγελο πιο πολύ για να τον κάνει κι αυτόν να ενθουσιαστεί με την ιδέα της καινούριας του αποστολής. «Γιατί εμένα; Έχω τόσο καιρό να δουλέψω, τα χέρια μου είναι μουδιασμένα και δεν έχω καμία ιδέα που να μπορεί να υλοποιηθεί. Υπάρχουν τόσοι που θα μπορούσαν να κάνουν αυτή τη δουλειά. Δεν είμαι ούτε αρχιτέκτονας, ούτε μηχανικός! Δεν μπορώ να το κάνω» είπε και άφησε το σώμα του να πέσει στη σεζλόνγκ που κοιτούσε το μεγάλο παράθυρο προς την κοιλάδα. «Το θέλεις;» είπε η θεία Βιολέτα και συνέχισε να χώνει πατάτες στο στόμιο του αποφλοιωτή.
«Δεν υπάρχει κάτι που να θέλω πολύ, ίσως αυτό είναι κάτι που πρέπει να γίνει» απάντησε ο Έλιοτ αλλά μέσα του γνώριζε ότι μιλούσε ο εγωκεντρικός εαυτός τους, αυτός που μεγαλοπιάνονταν όταν κάποιος του ανέθετε κάτι σημαντικό.
Επρόκειτο για μια πόλη. Για μια περιοχή που άνθρωποι, διαλεγμένοι από ένα συμβούλιο, που τον Έλιοτ δεν τον αφορούσε (δεν φάνηκε να ενδιαφέρθηκε να ρωτήσει καν), θα κατοικούσαν για το υπόλοιπο της ζωής τους. Ένας τόπος που δεν θα αποσκοπούσε μόνο σε μια απλή μάζωξη λαμπρών ανθρώπων (μόνο αυτοί διαλέγονταν από το συμβούλιο) αλλά θα αντιπροσώπευε μια αλλαγή, μια καινούρια αρχή και θα συμβόλιζε το μεγαλείο και την ανωτερότητα των ιδιαίτερων αυτών ατόμων. Πάγωσε για λίγο καθώς καταλάβαινε σιγά-σιγά την υπευθυνότητα που βάραινε τους ώμους του. Και πάλι δεν είχε τίποτα στο μυαλό του εκτός από σκόνη και στάχτη.
Και τώρα καθόταν μόνος του στην αιώρα και κάπνιζε, αδιαφορώντας για το τσιγάρο που άρχισε να διαλύεται πάνω του. Σκέφτηκε να φτιάξει μια πόλη πάνω στα δέντρα. Όχι πάνω σε πολλά δέντρα, αλλά πάνω σε ένα δέντρο με τεράστιο κορμό με περιφέρεια όσο μια μικρή βραχονησίδα. Και θα είναι μέσα σε νερό, σε λίμνη για να μπορούν να την προσεγγίζουν όλοι εύκολα!

«Τρελάθηκες; Άνθρωποι θα μείνουν σε αυτή την πόλη! Όχι μαϊμούδες!» ακούστηκε από το ακουστικό του τηλεφώνου η φωνή του επιτρόπου.
Και τότε σκέφτηκε μια πόλη κάτω από τη θάλασσα. Μέσα σε μια γυάλα κοντά σε κάποιον κοραλλιογενή ύφαλο με χρώματα και ψάρια τροπικά. Ένα ξεχωριστό μέρος για ξεχωριστούς ανθρώπους.

«Θα πεθάνουν από την έλλειψη οξυγόνου εκτός κι αν είναι δελφίνια!» έκανε η Θεία Βιολέτα καθώς έψαχνε στην οθόνη προβολής την αγαπημένη της εκπομπή μαγειρικής. Ανεβοκατέβαζε με τα χέρια της να χαϊδεύουν τον αέρα, μια μπάρα με τα ονόματα όλων των εκπομπών του καναλιού της Μητρόπολης.
«Αν θέλουν οξυγόνο θα τους δώσω όλο το οξυγόνο που έχει ο πλανήτης» σκέφτηκε ο Έλιοτ κι άρχισε να σχεδιάζει την Εναέρια Πόλη. Μια πόλη χτισμένη στα βράχια του παλιότερου βουνού, με ουρανοξύστες και αγάλματα θεόρατα, του επιτρόπου, του συμβουλίου αλλά και διακοσμητικές κολόνες σε αρχαίο ελληνικό ρυθμό. Το χέρι του ξέφευγε μόνο του όταν σχεδίαζε τους 4 έλικες που θα κρατούσαν την πόλη στον αέρα, περιμετρικά του ακανόνιστου σχήματος του βουνού. «Θα παραμένει πάνω από τα σύννεφα» σκέφτηκε και σχεδίασε ένα θόλο με πλέξη για να ρυθμίζεται η ηλιοφάνεια, η θερμοκρασία και οι ποσότητες οξυγόνου μέσα στην πόλη. Στο κάτω μέρος του βουνού στην πιο χαμηλή του κόγχη σχεδίασε ένα γλυπτό, από ασήμι και κασσίτερο κι αυτό θα ήταν το μόνο ορατό κομμάτι της πόλης του, όταν το υπόλοιπο μέρος θα ήταν καλυμμένο από τα σύννεφα.
«Θα είναι τέλειο!» είπε, κι άρχισε να χρωματίζει τα σκίτσα προσπαθώντας να μη βγει από τις γραμμές!
Το συμβούλιο και ο επίτροπος είχαν φτάσει εδώ και ώρα στην πόρτα του. Εκείνος αναμαλλιασμένος περιέγραφε για ώρες την πόλη που θα φιλοξενούσε του “εκλεκτούς”. Ο επίτροπος στεκόταν σοβαρός με ενα αδιάφορο χαμόγελο λες και κοιμόταν με τα μάτια του ανοικτά. Ο Έλιοτ έπιασε τον εαυτό του να χαμογελάει και να γουρλώνει τα μάτια κατα τη διάρκεια της παρουσίασης. Το είχε πάλι αυτό το κάψιμο στο στομάχι. Κοίταξε τα μάγουλά του κόκκινα, στον καθρέφτη πάνω από το τζάκι. Ήταν πάλι εκεί.
Κάτι σαν άγγελος ερχόταν κάτι τέτοιες ώρες από πάνω του και τον έλουζε με ένα δροσερό αεράκι που τον ηρεμούσε. Του θύμιζε περισσότερο εκείνες τις χειμωνιάτικες βραδιές που δεν έκανε πλέον κρύο (όλο το χρόνο η χώρα απολάμβανε εύκρατο κλίμα γύρω στους 25 βαθμούς Κελσίου, λόγω του νέου ακτινωτού θόλου που διατηρούσε τη θερμοκρασία σταθερή) κι ο ήλιος έπαιρνε ένα χρώμα μπλε (έπειτα από διαταγή του επιτρόπου). Καθισμένος στο ξύλινο παγκάκι της βεράντας η Λέξι αποκοιμιόταν πάνω του κι εκείνος χάιδευε τα μαλλιά της αφήνοντας τη φαντασία του να περάσει πέρα από την κοιλάδα μπροστά του. 
Και τώρα έτσι ήταν. Δροσερά. Ήρεμα. Ήσυχα. Ένιωθε αυτοπεποίθηση. Ένα τροματικά όμορφο συναίσθημα οτι όλα θα πάνε καλά.
“Φτιάξτε αυτή την πόλη” έκανε απότομα καθώς είχε μείνει σιωπηλός για περίπου δέκα λεπτά. 

“Φτιάξτε την και σαν αντάλλαγμα πάρτε με μαζί σας.”


2 Ιαν 2015

Μια κρύα νύχτα του Δεκέμβρη

  -Στέλλα-Λουΐζα Κατσαμπή, Ιανουάριος 2015


Μια κρύα νύχτα του Δεκέμβρη

 O σταθμός είχε ερημώσει, και εμείς στο παρατημένο βαγόνι, πίναμε από νωρίς. Τα μπουκάλια των κρασιών άδεια, παρατημένα, άστραφταν στο φως της λεωφόρου. Δεν κοιτάζαμε ο ένας τον άλλο.
Οι κουβέντες ήταν λιγοστές, πετάγονταν ανάμεσα στα ερωτικά χάδια και τις εξομολογήσεις αγάπης. Χωμένοι στα παλτά μας, αγκαλιασμένοι, κλαίγαμε και κρυώναμε, μια ο ένας μια ο άλλος. Λιώμα από τα κρασιά, καπνιζαμε ανελέητα και φυσούσαμε τον καπνό λές και ξεπουλουσαμε τις ψυχές μας. Να έχουμε λίγα λεπτά, λίγα δευτέρα παραπάνω. Να παγώνε ο χρόνος, να μην κρυωναμε εκείνη την βραδιά. Μάταια όλα, ούτε Θεός, ούτε Διάβολος μάς έκανε την χάρη. Είχαμε ο ένας τον άλλο και ήμασταν καταδικασμένοι να δυστυχήσουμε για αυτό. Είχε ήδη ξημερώσει. Άρχισαν να έρχονται οι εργαζόμενοι του σταθμού. 
"Αντίο, πρέπει να φύγω τώρα. Δεν θα σε ξαναδώ" είπε, κι αφού ξεκουμπωσε την αγκαλιά του, με φίλησε στον κρόταφο τρυφερά κι έφυγε. Μάζεψε όσο ίχνος αξιοπρέπειας του είχε μείνει κι εκείνου, κι απομακρύνθηκε, ώσπου χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο.
 "Γαμημενε, δεν θα βγεις από μέσα μου ποτέ" ψέλλισα. Για μια στιγμή πάγωσαν όλα. Δεν ένιωθα ούτε πόνο, ούτε στεναχώρια. Ίσως είναι αυτό που λένε οι ποιητές. Ό,τι κάθε χωρισμός είναι ένας μικρός θάνατος. Δεν ξέρω πως νιώθουν οι άνθρωποι, κατά το κύκνειο άσμα τους. Αν σταματούν όλα, αν γίνονται μόνο ψυχές. Αλλά μόνο έτσι θα με χαρακτήριζα, για λίγο νεκρή. Ένα χωμάτινο κουφάρι το σώμα μου, ετοιμόροπο από την αδυναμία. Τα μάτια μου είχαν θολώσει, δεν ένιωθα τ' άκρα μου απ' το κρύο. Ο ήχος της σιδερένιας καγκελόπορτας τράνταξε δυνατά τα παγωμένα κάγκελα και με ξύπνησε, σαν μια ένεση ανδρεναλίνης. Έπρεπε να φύγω, να απομακρυνθώ από τον σταθμό. Όχι, γιατί φοβόμουν που 'μουν μόνη, πιωμένη και άρρωστη. Το μέρος με έπνιγε, δεν γινόταν να είχε φύγει. Δεν γινόταν να ήταν η τελευταία φορά που τον άγγιζα. 
 Μετά από τόσα χρόνια, πλέον δεν έχει σημασία που έφυγε. Αλλά δεν τον ξέχασα ποτέ. Ακόμα θυμάμαι, σαν τα χθες απομακρύνετε. Να χάνετε στα σκοτάδια. Κάθε τραίνο μου θυμίζει το χάος που ένιωθα στην παρουσία του. Ένα χάος τόσο αγαπημένο, που μόνο ο εκλεκτός της καρδιάς σου μπορεί να προκαλέσει. Και κανένας άλλος ποτέ, δεν είχε την δύναμη να το κάνει.

-Να ντύνεσαι ζεστά, να μην μου κρυώνεις. 

Αφιερωμένο στον Μπουλά,που με την ερμηνεία του μου γέννησε πολλές μικρές ερωτικές ιστορίες.